Ἡ ὑπογραφὴ τοῦ the Equal Pay Act καὶ τὸ κείμενο 'Γλῶσσα + Φλέρτ: Μήπως ἀποδίδουμε ὑπερβολικὴ βαρύτητα στὴν γλῶσσα;'
Ἡ εἰκόνα τοῦ τοῦ παρασκηνίου προέρχεται ἀπὸ τὸ Wikimedia Commons

24 Ἰουνίου 2026

Ἂν παρατηρήσουμε τὴν δεοντολογία τῆς ἔκφρασης ἐρωτικοῦ ἐνδιαφέροντος τὶς τελευταῖες δεκαετίες, ὑπάρχει μία σαφὴς προτροπὴ, καὶ τελικὰ τάσι, νὰ ἀποδίδεται ὅλο καὶ μεγαλυτέρα βαρύτητα στὴν λεκτικὴ ἐπικοινωνία, μὲ τὴν ἐξωλεκτικὴ ἐπικοινωνία νὰ περιορίζεται σὲ ἕναν ἐπικουρικὸ ρόλο. Σὲ αὐτὸ τὸ ἄρθρο ὑποστηρίζω πὼς αὐτὴ ἡ μεταβολὴ βασίζεται στὴν εὔλογη ἀνάγκη γιὰ σαφήνεια, κάτι ποὺ σίγουρα ἡ γλῶσσα μπορεῖ νὰ προσφέρῃ. Ὡστόσο, ἴσως νὰ ζητᾶμε ἀπὸ τὴν γλῶσσα νὰ κυριαρχήσῃ σὲ ἕνα πεδίο ποὺ δὲν τῆς ἁρμόζει.

Ἡ τάσι τὴν ὁποία περιγράφω συνοψίζεται στὴν φράσι ἀμερικανικῆς προέλευσης «“no” means no», δηλαδὴ «τὸ “ὄχι” σημαίνει ὄχι». Ἡ συγκεκριμένη φράσι ἔχει τὶς ρίζες της στὸ δεύτερο κῦμα τοῦ Φεμινισμοῦ (περίπου δεκαετίες 1960 - 1980),1 ὅταν αὐτὴ ἡ φράσι αὐτὴ ἔγινε σύνθημα κατὰ τῆς σεξουαλικῆς βίας τῶν γυναικῶν καὶ ὑπέρ τῆς ὁριοθέτησης τῆς διεκδίκησης ἀπὸ τὴν συναίνεσι [1], [2], [3]. Φαινομενικὰ αὐτὸ τὸ σύνθημα στερεῖται λόγου ὕπαρξης ἀφοῦ οἱ περισσότεροι δράστες σεξουαλικῆς βίας ἤξεραν καὶ τότε, ὅπως ξέρουν καὶ σήμερα, ὅτι τὸ θῦμα δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν σεξουαλικὴ πρᾶξι. Ὡστόσο τὸ πρόβλημα ἠγείρετο στὶς διφορούμενες ὑποθέσεις (οἱ ὁποῖες συχνὰ κάθε ἄλλο παρὰ διφορούμενες εἶναι). Γιὰ παράδειγμα, σὲ μία ἀλληλεπίδρασι κάποιος μπορεῖ νὰ συναντήσῃ κάποια ἀντίστασι ἀπὸ μία γυναῖκα, τὴν ὁποία ὅμως νὰ ἑρμηνεύσῃ βολικὰ ἢ ἀφελῶς ὡς «μέρος τοῦ παιχνιδιοῦ», καὶ ἄρα νὰ τὴν ἀγνοήσῃ. Ἡ ἰδέα λοιπὸν τοῦ «“no” means no» ἦτο πὼς ἄν ἡ γυναῖκα – ἀλλὰ καὶ γενικά ὁ ὁποιοσδήποτε – προβάλῃ ἀντίστασι λέγοντας «ὄχι» – πρὶν ἢ κατὰ τὴν διάρκεια μιᾶς πράξης – τότε τὸ ἄλλο μέρος θὰ πρέπῃ νὰ σταματήσῃ ἀμέσως. Ἐπίσης, καὶ αὐτὸ τὸ ξεχνοῦν πολλοί, τὸ «“no” means no» ὑπονοεῖ «μὴν ξαναπροσπαθήσῃς μέχρι νεοτέρας»! Δηλαδή, ἂν ἂς ποῦμε κάποιος ἐκφράσῃ τὸ ἐνδιαφέρον του πρὸς μία κοπέλα καὶ αὐτὴ ἀρνηθῇ, τότε θὰ πρέπῃ – γιὰ νὰ τὸ ποῦμε ἁπλά – νὰ σταματήσῃ νὰ τὴν πρήζῃ, ἐκτὸς ἂν αὐτὴ ἀλλάξῃ γνώμη, καὶ μόνο ἐφ’ ὅσον ἐκείνη ἐκφράσῃ τὴν ἀλλαγὴ πλεύσης ξεκάθαρα καὶ ἀναμφίβολα.

Τώρα, αὐτὸ ποὺ σᾶς προσκαλῶ νὰ κάνουμε μαζὶ εἶναι νὰ κοιτάξουμε αὐτὸ τὸ ζήτημα ἀπὸ μακριά, ὥστε νὰ ἐντοπίσουμε τὶς βασικὲς ἀρχές ποὺ δροῦν ὡς αἰτίες τῶν γεγονότων καὶ τῶν φαινομένων. Διότι τελικά, τὸ θέμα δὲν εἶναι τὸ τάδε ἦ τὸ δεῖνα σύνθημα, ἀλλὰ: ὡς μέρος ποιοῦ γενικοῦ προτάγματος ἀνεδύθησαν τὰ συνθήματα, οἱ πρακτικὲς καὶ οἱ συμβάσεις; Κατὰ τὴν ἑρμηνεία μου λοιπόν, ὁ πυρῆνας τῆς «“no” means no» τάσης εἶναι ἡ ἀνάγκη γιὰ σαφήνεια. Εἶναι δηλαδὴ ἡ ἀνάγκη νὰ περιορίσουμε ὅσο περισσότερο γίνεται τὶς διφορούμενες περιπτώσεις ποὺ ἀναφέραμε πρίν. Αὐτὸ φυσικὰ εἶναι πρὸς ὄφελος κυρίως τῶν ἐν δυνάμει θυμάτων, ἀλλὰ βεβαίως καὶ τῶν ἄνευ προθέσεως κατηγορουμένων. Συνεπῶς, ὑπῆρχε ἡ ἀνάγκη νὰ συμφωνήσουμε πὼς συγκεκριμένες πράξεις τίθενται ἐκτὸς τοῦ πεδίου ποὺ περιλαμβάνει: παιχνίδια στὸ φλέρτ, νάζια, σοῦ κάνω τὴν δύσκολη, καὶ ἄλλα τέτοια. Μὲ ἄλλα λόγια, ὑπῆρχε ἡ ἀνάγκη γιὰ μία κοινωνικὴ σύμβασι πὼς κάποιες πράξεις σημαίνουν εὐθέως, ἀναμφιβόλως, καὶ σαφέστατα κάποια σημαινόμενα ἀνυπολογίστου βαρύτητος. Ἐν προκειμένῳ, ὑπῆρχε ἡ ἀνάγκη νὰ θεσπιστῇ κάποια πρᾶξι ποὺ σημαίνει ὄχι, δηλαδή «ὄχι δὲν θέλω, σταμάτα τώρα!». Καὶ αὐτὴ ἡ συμφωνήσαμε πὼς εἶναι νὰ λές «ὄχι».

Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ὀπτική, ἡ γλῶσσα δὲν εἶναι παρὰ τὸ μέσο γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε αὐτὴν τὴν σαφήνεια, καὶ συγκεκριμένα, τὸ καλύτερο ποὺ ἔχουμε διαθέσιμο. Διότι ποιὸ ἐργαλεῖο μπορεῖ νὰ ἀναλάβῃ ρόλο μεσολαβητή καὶ παρέχῃ μεγαλυτέρα σαφήνεια ἀπὸ τὴν γλῶσσα; Ἡ γλῶσσα ἀποτελεῖ τὸ ἀπόγειο τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ καὶ πολιτισμοῦ στὴν διάστασι τῆς σαφηνείας ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐπικοινωνία. Δὲν ἔχουμε καταφέρει νὰ βροῦμε κάτι καλύτερο. Ἡ μόνη «καινούργια» ἀνακάλυψι ποὺ ἔχουμε νὰ ἐπιδείξουμε τὰ τελευταῖα κάποιες χιλιάδες χρόνια εἶναι ἡ γραφή, ἡ ὁποία προφανῶς δὲν εἶναι παρὰ μία ἄλλη ἐφαρμογὴ τῆς φυσικῆς γλώσσας. Ἐννοεῖται πὼς σὲ ἐπὶ μέρους τομεῖς ἔχουμε καταφέρει νὰ βροῦμε καλύτερα ἐργαλεῖα, ὅπως τὰ μαθηματικὰ σύμβολα ἢ οἱ γλῶσσες προγραμματισμοῦ. Ὡστόσο πρῶτον, καὶ αὐτὲς γλῶσσες εἶναι. Δεύτερον καὶ σημαντικότερο, ἁπλούστατα δὲν μποροῦν νὰ ἐφαρμοσθοῦν στὸ πεδίο τῶν κοινωνικῶν ἐπαφῶν. Καλῶς ἢ κακῶς, δὲν μποροῦν τὰ μαθηματικὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ ἐπικοινωνήσουμε τὸν ἔρωτά μας.2

«Μποροῦν ὅμως νὰ ἐπικοινωνήσουν τὸν ἔρωτά μας τὰ μάτια μας», θὰ ἀντιτείνῃ κάποιος, πιθανῶς ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸν Τόλη Βοσκόπουλο. Οἱ καταχωρήσεις σὲ αὐτὸ τὸ εὐχολόγιο εἶναι ρομαντικὲς καὶ ἐπαρκεῖς ὅταν πρόκειται γιὰ καταστάσεις ὅπου ἡ σαφήνεια εἶναι ἥσσονος σημασίας. Κάποιες φορὲς ὅμως, ἡ σαφήνεια εἶναι καιρίας σημασίας. Κάποιες φορές δὲν ἔχουμε τὸ περιθώριο νὰ τὰ θαλασσώσουμε ὅσον ἀφορᾶ τὸ τί ἐννοεῖ ὁ ἄλλος. Τότε, τὰ μάτια καὶ τὰ λοιπὰ γνωστικὰ ἀντικείμενα τῆς ἀνατομίας μπαίνουν σὲ δευτέρα μοῖρα, ἐκτὸς ἴσως ἄν ἐπικοινωνοῦν κώδικα Morse. Μόνο μὲ τὴν φυσικὴ γλῶσσα ἔχουμε μιὰ κάποια ἐλπίδα νὰ καταλάβουμε ἀκριβῶς καὶ ἀναμφιβόλως τί θέλει – καὶ πιὸ σημαντικό – τὶ δὲν θέλει ἡ ἄλλη.

Ἑπομένως, αὐτὸ ἐξηγεῖ τὴν γενικὴ τάσι ποὺ θέλει τὴν γλῶσσα νὰ παίζει ἕναν σταδιακὰ ὅλο καὶ πιὸ κεντρικὸ ρόλο στὴν διαδικασία τῆς γνωστοποίησης ἐρωτικῶν ἐπιθυμιῶν, καὶ μάλιστα ἰδιαιτέρως στὶς πρῶτες ἐπαφές. Εἶναι ἡ τάσι «ζήτησε συναίνεσι πρὶν τὸ κάθε τί». Γενικῶς, εἶναι ἡ τάσι «μὴν τὰ δείχνῃς μόνο, πές τα». Στὸ μέλλον μπορεῖ νὰ τὰ γράφουμε κιόλας γιὰ νὰ ἐπιτύχουμε περισσοτέρα σαφήνεια, καὶ τελικὰ νὰ λέμε «μὰ ὁρίστε κύριε δικαστά, ἀφοῦ ὑπεγράφη συμβόλαιο». Ὑπὸ μία ἔννοια, αὐτὴ εἶναι μία θετικὴ ἐξέλιξι, διότι στὴν διάστασι τῆς σαφηνείας πράγματι ὑπάρχει βελτίωσι. Ἀλλὰ ἄν ἐξετάσουμε καὶ τὶς ἄλλες διαστάσεις, πρὸς τὰ ποῦ ὁδεύουμε; Μήπως αὐτὴ ἡ διαδικασία μᾶς ὀδηγεῖ σὲ ἀχαρτογράφητα νερά; Φυσικὰ τὸ ἄγνωστο ἀπὸ μόνο του δὲν θὰ πρέπῃ νὰ συνιστᾶ ἀνασταλτικὸ παράγοντα, διότι ἡ πρόοδος συνήθως συνεπάγεται καὶ ἀπαιτεῖ κάτι πρωτόγνωρο. Τὸ ζήτημα εἶναι ἄν στὴν προκειμένη περίπτωσι ὁ προορισμὸς εἶναι ἐπιθυμητός. Διότι τὸ πρόβλημα πολλὲς φορὲς στὸν ἀγῶνα πρὸς τὴν βελτίωσι τῆς ζωῆς εἶναι πὼς βλέπουμε τὸ δέντρο καὶ χάνουμε τὸ δάσος. Προσπαθοῦμε δηλαδὴ ἀπελπισμένα νὰ βροῦμε λύσι σὲ ἕνα συγκεκριμένο ζήτημα παραβλέποντας πὼς αὐτὴ ἡ λύσι μπορεῖ νὰ δημιουργήσῃ ἄλλα προβλήματα.

Γιὰ νὰ γίνω πιὸ συγκεκριμένος, ἡ ἐρωτικὴ προσέγγισι τῶν ἀνθρώπων εἶναι καὶ ἦτο πάντα μία πρᾶξι πρωτίστως ἐξωλεκτική, δηλαδὴ μέσῳ αὐτοῦ ποὺ λανθασμένα ὀνομάζουμε «γλῶσσα» τοῦ σώματος. Αὐτὸ δὲ ἰσχύει κατ’ ἐξοχήν στὶς πρῶτες ἐπαφές, ἐκεῖ δηλαδὴ ποὺ κάποιοι ἐπιδιώκουν ἡ γλῶσσα νὰ ἐπικρατήσῃ ἔναντι τῆς μὴ λεκτικῆς ἐπαφῆς. Κατὰ συνέπεια, μὲ τὴν ἐπιβολὴ τῆς λεκτικῆς συνδιαλλαγῆς, καταπνίγουμε ὅλες τὶς ἄλλες διαστάσεις τῆς ἐπικοινωνίας, δημιουργῶντας ἀποστειρωμένες, μονοδιάστατες, καὶ τελικὰ συναλλακτικὲς κοινωνικὲς συμβάσεις. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα λεκτικὸ ὄν, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνο αὐτό, ἰδιαίτερα στὸν ἐρωτικὸ τομέα. Εἶναι κρίμα λοιπὸν νὰ καταστέλλουμε κάτι ποὺ εἶναι ἴδιον τοῦ ὄντως ποὺ ὀνομάζουμε ἄνθρωπος.

Ἐκτὸς αὐτοῦ, ὑπάρχει μία ὑποψία πὼς στὴν πραγματικότητα δὲν ἔχουμε καταφέρει κάτι παρὰ νὰ κάνουμε μία τρύπα στὸ νερό. Γιὰ παράδειγμα, κάποιοι διαμαρτύρονται πὼς ἀκόμα τὸ «ὄχι» δὲν σημαίνει πάντα ὄχι. Ἕνα ἀντιπροσωπευτικὸ παράδειγμα αὐτῆς τῆς ἄποψης εἶναι αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν κωμικὸ Bill Burr ὁ ὁποῖος διατείνεται πὼς τὸ «ὄχι» δὲν σημαίνει πάντα ὄχι διότι ἔχει σημασία πῶς τὸ λές. Προτείνω νὰ δῆτε τὸ ἀπόσπασμα – διαρκεῖ λιγότερο ἀπὸ ἕνα λεπτό – μιᾶς καὶ δὲν μπορῶ νὰ ἀναπαραγάγω σὲ κείμενο τὰ ἐκφραστικὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιεῖ. Περιληπτικὰ ὅμως, ὑποστηρίζει ὅτι ἄν τὸ «ὄχι» τὸ πῇς μὲ παιγνιῶδες ὕφος,3 τότε δὲν σημαίνει ὄχι. Προφανῶς τὸ κίνημα πίσω ἀπὸ τό «“no” means no» ἀπεπειράθη νὰ ἐξαλείψῃ ἀκριβῶς τέτοιες ἀμφισημίες. Ἡ ἰδέα ἦτο νὰ ἐπιλέξουμε κάποιες πολὺ συγκεκριμένες λέξεις καὶ φράσεις καὶ νὰ τὶς ἀφαιρέσουμε ἀπὸ τὸ φάσμα τοῦ φλέρτ. Συγκεκριμένα, νὰ συμφωνήσουμε πὼς ἄν ἀκουστοῦν, τότε δὲν θὰ πρέπῃ νὰ ἑρμηνευθοῦν παρὰ μὲ τὴν κυριολεκτικὴ καὶ ξεκάθαρη σημασία τους. Ἐν τούτοις, ὅπως μπορεῖ νὰ διαπιστώσῃ κανείς, αὐτὸ ἴσως νὰ μὴν τὸ ἔχουμε καταφέρει ἀκόμα. Δυστυχῶς, τό «ὄχι» χρησιμοποιεῖται ἀκόμα μὲ παιχνιδιάρικο τρόπο, ὁπότε πρέπει κάποιος νὰ κρίνῃ μὲ βάσι τὰ συμφραζόμενα καὶ τὸ πλαίσιο. Ὅμως τότε δὲν κάναμε παρὰ ἕναν ἄσκοπο κύκλο γιὰ νὰ φτάσουμε στὸ ἀρχικό πρόβλημα, ἀφοῦ αὐτὸ ἀκριβῶς θέλαμε νὰ ἀποφύγουμε.

Ἴσως τὸ ὄχι νὰ μὴν εἶναι ἡ κατάλληλη λέξι ἐξαιτίας τῆς συχνῆς χρήσης της σὲ τόσους τομεῖς. Ἴσως νὰ χρειαζόμαστε κάποιον καινούργιον ὅρο – κάτι σὰν μία λέξι ἀσφαλείας (safe word) στὸ σκληροπυρηνικὸ σέξ – ποὺ θὰ ἔχῃ μόνο αὐτὴν τὴν πολὺ συγκεκριμένη χρῆσι. Ἀλλὰ δὲν ξέρω ἄν αὐτὸ θὰ ἀλλάξῃ πολλά… Πῶς θὰ διαφυλάξουμε καὶ ἐκεῖνον τὸν ὅρο ὥστε νὰ μὴν γίνῃ ἀντικείμενο παιχνιδιοῦ; Μὲ ἄλλα λόγια, ἀνησυχῶ πὼς ἀκόμη κι ἡ γλῶσσα, ἡ ὁποία ὅπως εἴπαμε εἶναι τὸ καλύτερο ἐργαλεῖο ποὺ ἔχουμε, ἴσως νὰ μὴν μπορῇ νὰ δώσει ἱκανοποιητικὴ λύσι.

Τί σημαίνει τώρα αὐτό; «Πίσω δηλαδὴ ὁλοταχῶς στὸν Μεσαίωνα;». Ὄχι βέβαια· ἐλπίζω τοὐλάχιστον. Ὅμως αὐτὰ εἶναι ὑπαρκτὰ προβλήματα καὶ φρόνιμο εἶναι νὰ μὴν τὰ ἀγνοήσουμε. Πρῶτα ἀπ’ ὅλα, ἤδη οἱ ψυχολόγοι κάνουν χρυσὲς δουλειές (καὶ δὲν λέω, καλὰ νὰ εἶναι οἱ ἄνθρωποι νὰ τὰ βγάζουν). Ἄρα, ἂς μὴν μπουκώσουμε κι ἄλλο τὰ ὑποσυνείδητα μὲ ἀπωθημένα καὶ ἀνεκπλήρωτες ἐπιθυμίες. Διότι κι ἡ πρώτη ἐπαφὴ ἐκπληρώνει ἐπιθυμίες καὶ ἀνάγκες. Δυστυχῶς κάποιοι τὸ ἀγνοοῦν αὐτὸ καὶ πιστεύουν πὼς ἡ ἐρωτικὴ πρᾶξι περιορίζεται στὴν σεξουαλικὴ πρᾶξι. Ἔτσι, πιστεύουν πὼς ἄν καταφέρνῃς νὰ ἐκπληρώνῃς τὶς σεξουαλικές σου ἀνάγκες καὶ τὰ φετίχ σου, τότε μὴν ταρασσέσθω. Μὲ αὐτὴν τὴν λογική, ἡ πρώτη ἐπαφή – καὶ ὅλες οἱ μὴ σεξουαλικὲς ἐπαφές – ὑποβαθμίζονται σὲ ἕνα ἐπιχειρησιακὸ ζήτημα διεκπεραιωτικοῦ χαρακτῆρος, ποὺ μόνο σκοπὸ ἔχει νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ στὴν σεξουαλικὴ πρᾶξι μὲ ὅσο τὸ δυνατὸν λιγότερες ἀμφιβολίες καὶ παρεξηγήσεις. Μὲ αὐτὴν τὴν ἀφετηρία, προφανῶς ἡ γλῶσσα εἶναι ὄχι μόνο τὸ καλύτερο ἀλλὰ καὶ τὸ μόνο ἐργαλεῖο ποὺ χρειαζόμαστε σὲ αὐτὲς τὶς ἐναρκτήριες διαπραγματεύσεις. Δὲν εἶναι ἔτσι ὅμως. Πρέπει νὰ ἀναζητήσουμε ἕναν τρόπο νὰ προοδεύσουμε στὴν διάστασι τῆς σαφηνείας χωρὶς ὅμως νὰ θυσιάσουμε τὴν ἀξία τῆς σωματικότητος.

Δεύτερον, ἴσως ἡ γλῶσσα μοναχή της, συνοδευομένη ἴσως μόνο ἀπὸ τοὺς νόμους ποὺ στηρίζονται σὲ αὐτήν, νὰ μὴν μπορῇ νὰ δώσῃ πλήρη λύσι στὸ πρόβλημα. Ἴσως νὰ χρειαζόμαστε ἕνα ἄλλο συστατικὸ ποὺ θὰ ὑποβοηθήσῃ τὴν γλῶσσα καὶ θὰ ἀναλάβῃ μέρος τοῦ βάρους. Σὲ κάθε περίπτωσι, ἡ λύσι δὲν προμηνύεται εὔκολη. Ἄς ξεκινήσουμε ὅμως μὲ τὴν ἀναγνώρισι τῶν προκλήσεων.


Ἡ τέχνη τοῦ μπίρι μπίρι

Κάποιος φίλος μου διαφωνεῖ μὲ τὴν δήλωσι πὼς ἡ γλῶσσα κατέχει σήμερα πιὸ κεντρικὸ ρόλο ἀπὸ ὅ,τι κατεῖχε παλιά. Ὁ συλλογισμός του ἀναπτύσσεται ὡς ἐξῆς. Παλιά, οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦσαν νὰ ἐπικοινωνήσουν τὶς σεξουαλικές τους ἐπιθυμίες εὐθέως ἐπειδὴ τέτοιες πρακτικὲς ἁπλούστατα ἦσαν taboo. Γιὰ παράδειγμα, οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦσαν νὰ ποῦν «θέλω νὰ κάνουμε σέξ». Σὲ πολλὲς περιπτώσεις δὲν μποροῦσαν οὔτε κἂν νὰ ποῦνε «σὲ θέλω». Ἔτσι, οἱ ἄνθρωποι χρειάζετο νὰ ἐπιστρατεύσουν πλάγια μέσα. Πέρα ἀπὸ ὅλα τὰ ἐξωλεκτικὰ μέσα τὰ ὁποῖα συζητήσαμε προηγουμένως, αὐτὰ τὰ πλάγια μέσα περιελάμβαναν καὶ τὴν ἔμμεσον χρῆσι τῆς γλώσσας. Μάλιστα, ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ ἐξωτερικεύσουν εὐθέως τὰ αἰτήματα τῶν παρορμήσεων καὶ τῶν ἐνστίκτων, ἠναγκάζοντο (ἢ ἀπελάμβαναν) νὰ καταφεύγουν σὲ περίτεχνα λεκτικὰ τερτίπια.

Μὲ ἄλλα λόγια, πρόκειται γιὰ τὸ λεγόμενο «μπίρι μπίρι» ἢ γιὰ αὐτὸ ποὺ συνοψίζει ἡ παροιμία «λέγε-λέγε τὸ κοπέλι κάνει τὴν κυρὰ καὶ θέλει». Αὐτὴν τὴν παροιμία μποροῦμε νὰ τὴν ἑρμηνεύσουμε ὡς: καὶ νὰ ἀρνηθῇ ἀρχικά ἡ κυρά, τὸ κοπέλι πρέπει νὰ συνεχίσῃ καὶ τελικὰ θὰ τὴν καταφέρῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρνητικὴ ἑρμηνεία ἀφοῦ ἔτσι τὸ κοπέλι ἀγνοεῖ τὴν γνώμη τῆς κυρᾶς καὶ προσπαθεῖ νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν δική του. Μία πιὸ εὐμενὴς ἑρμηνεία ὅμως θέλει αὐτὴν τὴν φράσι μονάχα νὰ περιγράφῃ τί ἑλκύει τὴν κυρά. Μὲ βάσι αὐτὴν τὴν ἑρμηνεία, ἡ παροιμία ἁπλῶς μᾶς λέει πὼς τὸ κοπέλι μὲ τὸ λέγε-λέγε θὰ κάνῃ τὴν κυρὰ νὰ θέλῃ κι ὄχι φερ’ εἰπεῖν μὲ τὸ ἐπίδειξε-ἐπίδειξε (αὐτὸ ποὺ σήμερα κάποιοι ὀνομάζουν «flex»). Κατὰ αὐτὴν τὴν ἐπιχειρηματολογία λοιπόν, ὁ λόγος εἶχε κεντρικὸ ρόλο στὴν ἐρωτικὴ προσέγγισι.

Σήμερα ἀντιθέτως, τὸ τοπίο ἔχει ἀλλάξη ἄρδην ἀφοῦ ἡ ἄμεσος ἔκφρασι ἐρωτικῶν ἐπιθυμιῶν εὐδοκιμεῖ καὶ ἀκμάζει, τροφοδοτουμένη ἀπὸ ἔνθερμη λαϊκὴ ὑποστήριξι. Ἡ ἐξήγησι εἶναι διττή. Ἀρχικά, μία τέτοια ἔκφρασι εἶναι ἀποτελεσματικὴ καὶ ἀποδοτική. Δεύτερον, ὑποτίθεται πὼς τώρα πιὰ ἔχουμε σπάσει τὰ δεσμὰ τῶν taboo καὶ ἄρα μποροῦμε ἐπὶ τέλους νὰ ἐκφρασθοῦμε χωρὶς φόβους καὶ τζιριτζάντζουλες. Στὶς ἐφαρμογὲς γνωριμιῶν γιὰ παράδειγμα, πολλοὶ προχωροῦν κατ’ εὐθεῖαν στὸ δια ταῦτα. Ἔτσι, παρατηροῦμε συζητήσεις μέχρι καὶ νὰ ξεκινοῦν μὲ ἀπ’ εὐθείας ἀναφορὰ στὸν ἀπώτερο σκοπό: «θὲς νὰ κάνουμε σέξ;». Αὐτὸ ποὺ μὲ ἐξέπληξε εἶναι πὼς κάποιοι δὲν σπαταλοῦν τὸν χρόνο τους οὔτε κἂν γιὰ νὰ ρωτήσουν αὐτό. Τὸ ὑποθέτουν μὲ τὴν λογικὴ πὼς «ὑπάρχει μόνο ἕνας λόγος γιὰ νὰ βρίσκεσαι ἐδῶ». Ὁπότε, προχωροῦν ἀμέσως στὴν ἐπίλυσι τῶν διαδικαστικῶν: ὥρα καὶ μέρος. Σὲ λίγο θὰ φτάσουν νὰ στέλνουν ἕναν σύνδεσμον στὸ Google Calendar.

Ἄλλωστε, δὲν θὰ πρέπῃ νὰ ξεχνοῦμε ὅτι πολλοὶ καὶ πολλὲς σὲ τέτοιες ἐφαρμογὲς μιλοῦν μὲ πολλούς ταυτόχρονα. Βασικὰ συχνὰ τὰ νούμερα εἶναι ἀδιανόητα. Ἔχω συναντήσει περιπτώσεις ὅπου ἡ ὀθόνη συνομιλιῶν μοιάζει μὲ ἐπίθεσι DDoS. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ ζήτημα εἶναι πὼς ὅταν αὐξάνωνται οἱ ἀπαιτήσεις, ἀναμενόμενο εἶναι πὼς ἡ κατάστασι ἐπιβάλλῃ τὴν ἐφαρμογὴ οἰκονομίας κλίμακος. Συνεπῶς, ἡ ἀποδοτικότητα γίνεται ζητούμενο μείζονος σημασίας. Φαντάζομαι δηλαδὴ πὼς ἄν κανεὶς λαμβάνῃ καμιὰ 30αριὰ μηνύματα ἀνὰ ὥρα, δὲν ἔχῃ οὔτε τὸν χρόνο ἀλλὰ οὔτε καὶ τὰ ψυχικὰ ἀποθέματα νὰ ἀνοίξῃ συμβατικὸ διάλογο. Δὲν περισσεύει χρόνος γιὰ κάτι ἐξατομικευμένο καὶ «χειροποίητο», χρειάζεται νὰ καταφύγουν σὲ μεθόδους μαζικῆς παραγωγῆς.

Ἐν συντομίᾳ, τὸ ἐπιχείρημα τοῦ φίλου μου ὑποστηρίζει πὼς παλιὰ χρειάζετο μία περίτεχνη χρῆσι τοῦ λόγου, ἐνῷ σήμερα ἀρκοῦν τὰ βασικά. Ἄρα ἡ γλῶσσα παλιά ἔπαιζε πιὸ κεντρικό ρόλο. Συμφωνῶ μὲ τὴν προκειμένη, ἀλλὰ ὄχι μὲ τὸ συμπέρασμα. Πιστεύω πὼς στὸ παρελθόν στὴν οὐσία αὐτὴ ἡ περίτεχνη ἔμμεσος ἐπικοινωνία ἐνέκειτο περισσότερο σὲ ἐξωλεκτική συμπεριφορά. Σὲ αὐτὴν συμπεριλαμβάνονται τὰ χαμόγελα, τὰ βλέμματα, τὰ πειράγματα, τὰ ἀγγίγματα καὶ οἱ ἀγκαλιές. Ὁ λόγος λοιπὸν δὲν εἶχε βαρύτητα μὲ τὴν ἔννοια ὅτι τὸ τί ἔλεγες δὲν ἔπαιζε καθοριστικὸ ρόλο, καὶ γι’ αὐτὸ μᾶλλον ἡ μητέρα σου δὲν θυμᾶται τί τῆς εἶπε ὁ πατέρας σου στὴν πρώτη τους συνάντησι. Ἀκόμη δηλαδὴ καὶ στὸ μέτρο ποὺ ὁ λόγος μετροῦσε, ἡ σημασία ἔπεφτε στὸ πῶς ἔλεγες κάτι καὶ ὄχι στὸ τί ἔλεγες. Προφανῶς ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις. Ἄν γιὰ παράδειγμα ἔβριζες τὴν οἰκογένεια κάποιας, τὸ ὅτι τὸ εἶπες χαμογελῶντας δὲν θὰ ἔσωζε πολλά. Ὅμως ἕνα σύστημα κρίνεται ἀπὸ τὸν κανόνα καὶ ὄχι τὴν ἐξαίρεσι.

Ἐν κατακλεῖδι λοιπόν, οἱ σημασίες τῶν λέξεων δὲν κατεῖχαν τὸ ἐπίκεντρο τῆς ἐπικοινωνίας. Ἡ φυσικὴ γλῶσσα καὶ ἰδιαιτέρως ὁ προφορικὸς λόγος ἦσαν ἁπλὰ ἕνα μέσο γιὰ νὰ κυλήσῃ ἡ συζήτησι⋅ μία πλατφόρμα ὑποστήριξης, μία πίστα στὴν ὁποία οἱ χορευτικὲς κινήσεις ἦσαν ἐξωλεκτικές, πολυδιάστατες καὶ πολλὲς φορὲς ὑποσυνείδητες. Ἀντιθέτως, σήμερα οἱ λέξεις ἔχουν βαρύτητα καὶ κατακλύζουν τὴν μία καὶ μόνη διάστασι τῆς ἐπικοινωνίας ποὺ λαμβάνει χώρα κυρίως σὲ διαδικτυακὲς πλατφόρμες. Διότι τί ἄλλο ὑπάρχει πέρα ἀπὸ τὴν σημασία τῶν λέξεων σὲ ἕνα μήνυμα μὲ μαῦρα γράμματα σὲ ἄσπρο φόντο ποὺ λέει «πότε θὲς νὰ βρεθοῦμε;».


Ἐπίλογος: Ἡ ἔμμεσος ἐπικοινωνία στὴν Ἀμερική

Ὅποιος ἔχει ζήσει στὴν Ἀμερική, γνωρίζει πὼς αὐτὴ ἡ κοινωνία ἔχει μία ἀλλεργία στὴν ἐπικοινωνία μὲ εὐθύτητα. Τὶς περισσότερες φορές, αὐτὸ ποὺ ἐννοεῖ ὁ ἄλλος δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ σημαίνουν οἱ λέξεις ποὺ ἀρθρώνει. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ ἀκούγεται κοινοτοπία, ὅμως ἰσχύει στὸ ἔπακρον καὶ ἐπηρεάζει τὶς ζωὲς ἀνθρώπων (ὅπως τὴν δική μου) καθημερινὰ καὶ ἀδιαλείπτως. Τὴν κατάστασι συνοψίζει μὲ ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ὁ Ἀμερικανὸς stand-up κωμικὸς Tom Segura (3:08):4

Ἄν ἔχῃς τὸ θράσος νὰ λὲς στοὺς ἄλλους τί κάνεις [δηλαδὴ ἄν εἶσαι καλά] ὅταν σὲ ρωτᾶνε «τί κάνεις;», αὐτὴ ἡ συμπεριφορὰ εἶναι ἀγενὴς καὶ ἐγωιστική, ἐντάξει; Σοβαρολογῶ. Ὑπάρχουν μόνο δύο ἀποδεκτὲς ἀπαντήσεις στό «τί κάνεις;»: «καλά» καὶ «ἐξαιρετικά». Κι ἄν εἶσαι χάλια, τότε λές «καλά». Δὲν ἐπιβαρύνεις τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὰ πραγματικά σου προβλήματα κατὰ τὴν διάρκεια μίας εὐγενικῆς συζήτησης.

Θυμᾶμαι πὼς ἕνας φίλος μου μοῦ εἶπε πὼς ὅταν οἱ γονεῖς του ἦρθαν στὴν Ἀμερικὴ ἀπὸ τὴν Ἀνατολικὴ Εὐρώπη, αὐτὸ ἦτο ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα πράγματα ποὺ ἀναγκάστηκαν νὰ μάθουν. Σὲ ἀντίθεσι μὲ ἐμένα, στὴν περίπτωσι τοῦ πατέρα του εὐτυχῶς κάποιος τὸν ἔπιασε νωρὶς καὶ τοῦ ἐξήγησε πὼς «ὅταν κάποιος σὲ ρωτᾷ στὸν διάδρομο “τί κάνεις”, δὲν ἐπιδιώκει πραγματικὰ νὰ μάθῃ τί κάνεις. Εἶναι ἁπλῶς σὰν νὰ σὲ χαιρετάῃ».

Μὲ ἄλλα λόγια, τό «τί κάνεις» ἀποτελεῖ μέρος μίας κοινωνικῆς σύμβασης, στὴν ὁποία ἡ φράσι καθ’ αὐτὴ χάνει τὸ νόημά της. Εἶναι σὰν τὴ μούτζα στὴν Ἑλλάδα. Αὐτὴ ἡ χειρονομία δὲν βγάζει κανένα νόημα γιὰ ἕναν ξένο διότι δὲν ξέρει τὴν κοινωνικὴ σύμβασι. Ἡ διαφορὰ εἶναι πὼς ἡ μούτζα, ὄντας χειρονομία, δὲν ἔχει κάποιον ὁρισμό. Οἱ λέξεις ὅμως – ὄντας λέξεις – δὲν εἶναι ἁπλὰ συνονθυλεύματα ἤχων. Ἔχουν νόημα! Οἱ Ἀμερικανοὶ λοιπὸν δημιουργοῦν συνεχῶς συμβάσεις ὅπου τὸ κυριολεκτικὸ νόημα τῶν λέξεων ἀφαιρεῖται, καὶ ἡ φράσι ἀποκτᾶ κάποιον ἄλλο ρόλο στὴν ἀλληλεπίδρασι. Αὐτὸ συμβαίνει κατὰ κόρων στοὺς χώρους ἐργασίας, ἐξ οὐ κι ὅλα τὰ σχετικὰ μιμίδια.

Αὐτὲς οἱ παρατηρήσεις ὑποδηλώνουν πὼς ἴσως νὰ μὴν ἦτο τυχαῖο ποὺ τὸ «“no” means no» πρωτοεμφανίστηκε στὴν Ἀμερική. Ὅταν ἀφαιροῦμε τὸ νόημα τῆς γλώσσας, τὴν εὐτελίζουμε σὰν ἀξία ἀλλὰ καὶ σὰν ἐργαλεῖο. Ἀναπόφευκτα, αὐτὸ θὰ προκαλέσῃ μία ἀντίδρασι γιὰ ἐπανάκτησι τοῦ οὐσιαστικὰ μοναδικοῦ ἐργαλείου ποὺ ἔχουμε γιὰ σαφήνεια. Ἡ γλῶσσα συνδυάζει κι ἄλλα πράγματα πέρα ἀπὸ τὸ νόημα. Γιὰ παράδειγμα, μία γλῶσσα ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ καὶ ἕνα σύνολο ἤχων. Γι’ αὐτὸ κι ἐγὼ καμιὰ φορὰ ἀκούω πολωνικὴ ραπ παρ’ ὅλο ποὺ δὲν ξέρω γρῦ Πολωνικά. Ὅμως τὸ νόημα εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς γλώσσας καὶ νομίζω πὼς πρέπει νὰ τὸ προσέχουμε σὰν κόρη ὀφθαλμοῦ.


Ἄν θέλετε νὰ ἐνημερώνεσθε ὅταν δημοσιεύω καινούργια ἄρθρα, μπορεῖτε νὰ ἀκολουθήσετε τὸ RSS feed μου.



Σημειώσεις

  1. Μπορεῖτε νὰ βρῆτε μία ἐξαιρετικὴ ἐπισκόπησι τοῦ Φεμινισμοῦ στὸ βιβλίο The Routledge Companion to Feminism and Postfeminism ποὺ ἐπιμελήθηκε ἡ Sarah Gamble. Τὸ τρίτο κεφάλαιο εἶναι ἀφιερωμένο στὸ δεύτερο κῦμα τοῦ Φεμινισμοῦ.
  2. Μάλιστα ἀκόμα καὶ σὲ κάποια πιὸ ἀκαδημαϊκὰ πεδία τῶν κοινωνικῶν ἐπιστημῶν, οἱ τεχνητὲς γλῶσσες ἔχουν ἀποτύχει παταγωδῶς. Παραδείγματος χάριν, ἡ Δεοντικὴ Λογικὴ δημιουργήθηκε γιὰ νὰ τυποποιήσῃ τὴν διαπραγμάτευσι ἐπὶ Ἠθικῆς, ἀλλὰ ἀπέχει παρασάγγας ἀπὸ εὐρεῖα χρῆσι. Τὴν χρησιμοποιεῖ μόνο ἕνα πολὺ μικρὸ καὶ σχετικὰ ἀπομονωμένο ὑποσύνολο τῶν φιλοσόφων, καὶ κανένα μεγάλο ἔργο σὲ ὁλόκληρη τὴν ἱστορία τῆς Ἠθικῆς δὲν ἔχει γραφτεῖ σὲ κάτι ἄλλο πέρα ἀπὸ φυσικὴ γλῶσσα.
  3. Μὴν ξεχνᾶμε ἄλλωστε πὼς ἕνας ὅρος ποὺ χρησιμοποιοῦσαν οἱ ἀρχαῖοι γιὰ τὸ φλὲρτ ἦτο τὸ ρῆμα «παίζειν».
  4. Καταπιάστηκα μὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ σὲ προηγούμενο ἄρθρο, ὅμως ἐκεῖνο εἶναι στὰ Γαλλικά. Ὁπότε θεωρῶ πὼς ἔχει κάποια ἀξία νὰ τὸ θίξω καὶ ἐδῶ.