Σὲ προηγούμενο ἄρθρο παρουσίασα μία προσωπικὴ κατάθεσι γιὰ τὴν χρῆσι τοῦ πολυτονικοῦ. Αὐτὸ ἐδῶ τὸ ἄρθρο μπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ἡ συνέχεια ἐκείνου, καὶ μάλιστα ὑποστηρίζω πὼς οἱ ἐρωτήσεις ποὺ θὰ ἐγείρουμε σὲ ἐτοῦτο ἐδῶ τὸ ἄρθρο εἶναι ἡ φυσικὴ συνέχεια καὶ γενίκευσι τῆς σχετικῆς ἐπιχειρηματολογίας. Ὑπάρχει ὅμως μία βασικὴ διαφορὰ: αὐτὸ τὸ ἄρθρο δὲν εἶναι μία προσωπικὴ ὀπτική. Ἀντιθέτως, θὰ ἀναμετρηθοῦμε μὲ ἐρωτήσεις καθολικοῦ ἐνδιαφέροντος τὶς ὁποῖες σὲ τελευταία ἀνάλυσι πρέπει νὰ ἀπαντήσῃ ὁ καθένας ξεχωριστά. Ἡ σύζευξι ὅμως ὅλων αὐτῶν τῶν ἀπαντήσεων, ὁ ὁδηγὸς καὶ κατάληξι, θὰ εἶναι ἡ λογική συνέπεια.
Ἄς πιάσουμε ὅμως τὸ νῆμα ἀπὸ τὴν ἀρχή. Σὲ τί βασίζεται ἡ κριτικὴ κατὰ τοῦ πολυτονικοῦ; Θὰ ἔλεγα πὼς ὅλες τὶς μορφὲς κριτικῆς τὶς διαπερνᾶ ἕνας κεντρικὸς ἄξονας: ὅτι τὸ πολυτονικὸ δὲν ἀντικατοπτρίζει τὴν σημερινὴ προφορικὴ χρῆσι τῆς γλώσσας μας. Ὅμως γιατί εἶναι αὐτὸ πρόβλημα; Ἡ ἀπάντησι δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθῇ προφανής, κι αὐτὸ διότι τὸ πολυτονικό ἔχει σταματήσει νὰ ἀντικατοπτρίζῃ τὸν προφορικὸ λόγο τοὐλάχιστον ἀπὸ τὴν Ὑστέρα Ἀρχαιότητα, δηλαδὴ τοὐλάχιστον 1,500 χρόνια (π.χ. ἡ Ἄννα Κομνηνὴ ἔγραφε ἀλλὰ δὲν προέφερε περισπωμένες). Παρὰ ταῦτα, ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια κανεὶς δὲν θεώρησε καλὴ ἰδέα νὰ τὸ καταργήσῃ, ἄρα δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθῇ προφανὴς βελτίωσι. Ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε πὼς στὴν διάρκεια ὅλων αὐτῶν τῶν ἐτῶν ἔλαβαν χώρα διάφορες καθοριστικὲς ἀλλαγὲς στὸν τρόπο γραφῆς (π.χ. ἡ καθιέρωσι τῆς μικρογραμμάτου γραφῆς), ὁπότε δὲν μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε πὼς αὐτὴ ἡ ἀλλαγὴ δὲν ἔγινε λόγῳ ἀντιδραστικοῦ πνεῦματος (μὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀντίδρασης σὲ ὀποιαδήποτε ἀλλαγή).
Ὁπότε τὸ ἐρώτημα παραμένει: ποιὸ εἶναι τὸ πρόβλημα ποὺ τὸ πολυτονικὸ δὲν ἀντικατοπτρίζει τὸν προφορικὸ λόγο; Θὰ προσπαθήσω νὰ θέσω ὑπὸ ἐξέτασι τὴν πιὸ ἰσχυρὴ ἐκδοχὴ ἀπάντησης, καὶ αὐτὴ νομίζω βασίζεται στὴν διελκυστίνδα κόστους/ὀφέλους. Πρὶν φτάσουμε ἐκεῖ, ἄς κάνω μία προφανῆ ἀλλὰ σημαντικὴ διευκρίνισι. Τὸ πολυτονικὸ μπορεῖ νὰ ἀποδώσῃ, καὶ μὲ τὸ παραπάνω, τὸν προφορικὸ λόγο. Βασικά, ἄν θέλαμε νὰ τὸ θέσουμε κάπως ἁπλοϊκά, τὸ πολυτονικὸ μπορεῖ νὰ ἀποδώσῃ ἕνα αὐστηρὸ ὑπερσύνολο τῆς ὁποιασδήποτε προφορικής χρήσεως. Ἔτσι, δὲν μποροῦμε νὰ καταλογίσουμε στὸ πολυτονικὸ πὼς ἐλλείπεται κάποιας ἰσχύος ἢ ἐκφραστικότητος (τοὐλάχιστον ὄχι σὲ σχέσι μὲ τὸ μονοτονικό). Τοὐναντίον, θὰ ἔλεγα πὼς γιὰ τοὺς ἐπικριτὲς αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ πρόβλημα. Δηλαδὴ τί; Μὰ βεβαίως ὅτι βάζουμε περισσότερα σημάδια ἀπὸ ὅτι χρειάζεται γιὰ νὰ ἀποδώσουμε τὸν προφορικὸ λόγο· μὲ λίγα λόγια, βάζουμε σημάδια ποὺ εἶναι ἄχρηστα. Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ὀπτική, ἡ ἄποψι πὼς πρόκειται γιὰ πρόβλημα κόστους/ὀφέλους διαφωτίζεται νομίζω ἐπαρκῶς. Χρησιμοποιοῦμε κάτι τὸ ὁποῖο δὲν ὠφελεῖ σὲ τίποτα. Κι ἐπειδὴ «there ain't no such thing as a free lunch», ἀφοῦ δὲν ὠφελεῖ, τότε εἶναι ζημιογόνο· τὸ κόστος ὑπερτερεῖ τοῦ ὀφέλους.
Ἐδῶ θὰ πρέπῃ νὰ κάνω μία παῦσι γιὰ μία διευκρίνισι. Οἱ ὅροι «κόστος» καὶ «ὄφελος» σὲ ὁλόκληρο ἐτοῦτο τὸ ἄρθρο χρησιμοποιοῦνται μὲ τὴν στενὴ ἔννοια ποὺ προσιδιάζει στὰ Οἰκονομικά. Μιλᾶμε δηλαδὴ γιὰ «καθαρό», μετρήσιμο ὄφελος καὶ κόστος. Δὲν μπορῶ νὰ τὸ προσεγγίσω διαφορετικὰ μιᾶς καὶ ὁποιαδήποτε προσπάθεια νὰ διευρύνουμε τὸ πεδίο ἐπαφῆς συναντᾶ ἀφηρημένες ἔννοιες ὅπως «ἡ γλῶσσα ὡς ἀξία» ἢ «ζωντανὰ πολιτιστικὰ κειμήλια». Μὰ ἄν προσκρούσουμε σὲ αὐτὲς τὶς ἀχνὲς ὑφές, τότε ἐγὼ τοὐλάχιστον πιστεύω πὼς οὔτε ὁ πιὸ εὐφάνταστος Θεὸς (γιὰ νὰ χρησιμοποιήσω μιὰ φράσι τοῦ Γ. Κοντογιώργη) δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ μονοτονικό. Μπορεῖ φυσικὰ νὰ κάνω λάθος, τὸ ὁποῖο ἄν ἐντοπίσῃ ὁ ἀναγνώστης, ἐλπίζω κιόλας νὰ μοῦ τὸ γνωστοποιήσῃ.
Συνεχίζοντας λοιπόν, τί καλύτερα ἀπὸ τὸ προβάλουμε μία παραδοχή. Συγκεκριμένα, ξεκαθαρίζω πὼς ἀποδέχομαι καὶ τὶς δύο κριτικές ποὺ ἀνέφερα, δηλαδὴ καὶ ὅτι (α) πράγματι τὸ πολυτονικὸ δὲν ἀντιστοιχεῖ στὸν τρόπο ποὺ χρησιμοποιοῦμε τὴν γλῶσσα (σήμερα δὲν προφέρουμε δασεῖες καὶ περισπωμένες) ἀλλὰ καὶ (β) ἀποδέχομαι τὴν βάσι αὐτῆς τῆς κριτικῆς ποὺ ἀποπειράθηκα νὰ φέρω στὸ προσκήνιο παραπάνω, δηλαδὴ ὅτι τὸ κόστος τοῦ πολυτονικοῦ εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ ὄφελος, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσι βεβαίως ὅτι ἀντιλαμβανώμεθα αὐτοὺς τοὺς ὅρους μὲ τὴν στενή τους ἔννοια ὅπως συζητήσαμε πρὸ ὀλίγου. Πιστεύω ἀξίζει νὰ ἐπεκταθοῦμε λίγο ὡς πρὸς τὸ τελευταῖο. Ἀρκεῖ νὰ ἀναλογισθοῦμε πὼς τὸ πολυτονικὸ ἀναγκάζει τὰ παιδιὰ νὰ μάθουν περισσότερα σημεῖα στίξης καὶ τοὺς δακτυλογράφους (καὶ γενικὰ ὅσους γράφουν κείμενα) νὰ γράφουν πιὸ ἀργὰ (ἀφοῦ ἀναγκάζονται νὰ πατοῦν περισσότερα κουμπιὰ). Σὲ ἀμφότερες τὶς προαναφερθεῖσες περιπτώσεις, τὸ εὔρος πιθανῶν λαθῶν αὐξάνεται. Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ περαιτέρω κόστη τὰ ὁποῖα ἴσως νὰ μὴν εἶναι προφανῆ. Γιὰ παράδειγμα, τὸ πολιτονικὸ δυσχεραίνει τὴν ἐκτύπωσι βιβλίων καὶ τὴν ἀνάπτυξι γραμματοσειρῶν, καὶ καθιστᾶ σχεδὸν ἀδύνατον τὴν εὕρεσι περιεχομένου ἀπὸ μηχανὲς ἀναζήτησης ὅπως τὸ Google (τὸ ὁποῖο δὲν ἀναγνωρίζει τὸ πολυτονικὸ, ἐν μέρει λόγῳ ἔλλειψης δεδομένων, γεγονός ποὺ δημιουργεῖ ἕναν φαῦλο κύκλο).
Ἀποδέχομαι λοιπὸν τὶς προκείμενες τῆς κριτικῆς, δὲν ἀποδέχομαι ὅμως τὸ συμπέρασμα (ὅτι δὲν πρέπῃ νὰ χρησιμοποιοῦμε τὸ πολυτονικό). Μὲ ἄλλα λόγια, δὲν θεωρῶ ἔγκυρο τὸ ἐπιχείρημα πὼς ἀφοῦ τὸ πολυτονικὸ δὲν ἀντικατοπτρίζει τὸν προφορικὸ λόγο καὶ ἐπιφέρει περισσότερες ζημίες παρὰ ὀφέλη, τότε δὲν πρέπει νὰ τὸ χρησιμοποιοῦμε. Τὸ ἄν αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα εἶναι ἔγκυρο ἐναπόκειται σὲ ἀξιολογικὲς ὑποθέσεις, οἱ ὁποῖες ἀγγίζουν φιλοσοφικὰ ἐρωτήματα. Γιὰ νὰ δώσω ἕνα παράδειγμα, βασίζεται στὸ ἄν πιστεύουμε πὼς ἡ γλῶσσα γενικά, καὶ τὰ Ἑλληνικὰ εἰδικότερα, εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἐργαλεῖο ἢ ἔχει καὶ κάποια ἄλλη ἀξία. Γενικότερα, βασίζεται στὴν ἀξία ποὺ δίνουμε στὶς μετρήσιμες ἀναλύσεις κόστους/ὀφέλους. Θὰ ἐπιστρέψω ὅμως σὲ αὐτὸ ποὺ εἶπα στὴν εἰσαγωγή: ἐδῶ δὲν θὰ ἀπαντήσω σὲ αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα, διότι πιστεύω πὼς ὁ καθένας πρέπει νὰ ἀποφανθῇ σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο. Αὐτὸ ποὺ θὰ ἐπιχειρήσω εἶναι νὰ βάλω τὶς δύο φιλοσοφικὲς Μοῦσες—τὴν διαίσθησι καὶ τὴν λογική μας—σὲ λειτουργία ὥστε νὰ βοηθήσω τὸν ἀναγνώστη νὰ δώσῃ τὶς προσωπικές του ἀπαντήσεις.
Ἡ διαίσθησι κι ἡ λογική μας ὅμως μπορεῖ ἀπὸ Μοῦσες νὰ γίνουν Σειρῆνες στὸ ζήτημα τοῦ πολυτονικοῦ καὶ νὰ μᾶς παραπλανήσουν, κι αὐτὸ διότι τὸ συγκεκριμένο ζήτημα, μέσα στὰ χρόνια, ἔχει χρησιμοποιηθῆ ὡς πεδίο πλείστων ἰδεολογικῶν διαμαχῶν.1 Ἄρα, ἂς μεταβοῦμε σὲ ἐρωτήματα τὰ ὁποῖα εἶναι κατ’ ἀρχήν2 ἴδια, ἀλλὰ ποὺ διαφεύγουν τῶν σχετικῶν συμπαραδηλώσεων, καὶ ἄρα εἶναι σὲ θέσι νὰ ἀφήσουν τὴν φωνὴ τῶν Μουσῶν μας ἄσπιλον. Ἔτσι θὰ κάνω τὴν ἐξῆς ἐρώτησι: γιατί χρησιμοποιοῦμε ὅλα αὐτὰ τὰ διαφορετικὰ «ι»—δὲν ἀναφέρομαι στὸ γράμμα, ἀναφέρομαι στὸν ἦχο—στὸν γραπτὸ λόγο, ὅπως τὸ ὄμικρον-γιῶτα, τὸ ἔψιλον-γιῶτα, καὶ τὸ ὕψιλον; Ἡ ἐρώτησι μπορεῖ εὔκολα νὰ γενικευθῇ σὲ παρεμφερῆ φαινόμενα· π.χ. γιατί χρησιμοποιοῦμε δύο «ο»—τὸ ὄμικρον καὶ τὸ ὠμέγα. Ἄν νομίζετε πῶς αὐτὲς οἱ ἐρωτήσεις, ποὺ σὲ κάποιους μπορεῖ νὰ ἀκούγωνται ἀστεῖες ἢ αἱρετικές, εἶναι ἀποκυήματα μόνο τῆς δικῆς μου φαντασίας, τότε σᾶς ἐνημερώνω πὼς ὑπάρχει σχετικὴ πρότασι ἤδη ἀπὸ τὸ 2018. Δεῖτε τὸ Υ.Γ. σὲ αὐτὸ τὸ ἄρθρο. Μάλιστα, ὁ κύριος Φύσσας, ὁ συγγραφέας τοῦ ἄρθρου, δὲν τὸ κατέθεσε ἁπλῶς ὡς πρότασι. Ἀντιθέτως, γράφει πῶς ἔτσι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι.
Γιὰ νὰ ἀναμετρηθοῦμε μὲ τὴν ἐρώτησι, ἄς χρησιμοποιήσουμε τὶς κριτικὲς ποὺ ἀναφέραμε πρωτύτερα. Πρῶτον, ἀντικατοπτρίζουν ὅλα αὐτὰ τὰ διαφορετικὰ «ι» τὸν προφορικὸ λόγο; Ὄχι φυσικά. Στὸν λόγο μας ὑπάρχει μονάχα ἕνας ἦχος «ι».3 Μὲ ἄλλα λόγια, προφέρουμε καὶ τὸ ὄμικρον-γιῶτα καὶ τὸ ἔψιλον-γιῶτα καὶ τὸ ἦτα μὲ ἀκριβῶς τὸν ἴδιο τρόπο. Σὲ μεγάλο βαθμὸ αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ πολλοὶ ἑλληνόφωνες δυσκολεύονται μὲ τὴν ὀρθογραφία· ἐπειδὴ τὸ «Ειρήνη» καὶ τὸ «Ιρείνοι» στὰ Νέα Ἑλληνικὰ εἶναι ὁμόηχα. Αὐτὸ μᾶς ὁδηγεῖ ἀβίαστα καὶ στὸν δεύτερο ἄξονα κριτικῆς: τὸ ὅποιο ὄφελος ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ διαφορετικὰ «ι» δὲν μπορεῖ νὰ ἀντισταθμίσῃ τὸ κόστος, τὸ ὁποῖο εἶναι ἀναμφισβήτητα πολὺ μεγαλύτερο, καὶ τὸ ὁποῖο εἶναι περίπου τὸ ἴδιο ὅπως καὶ μὲ τὸ πολυτονικό.4 Εἶναι πιὸ δύσκολο γιὰ τὰ παιδιὰ νὰ μάθουν ὀρθογραφία, δημιουργεῖ ἀσυμφωνία μεταξὺ προφορικοῦ καὶ γραπτοῦ λόγου, κάνει πιὸ ἀργὴ τὴν γραφή κλπ.
Ἐπεκτείνοντας αὐτὸ τὸ νῆμα στὸ—φυσικὸ θὰ ἔλεγα—τέρμα του, μποροῦμε εὔκολα νὰ φτάσουμε στὴν ἐρώτησι: γιατί χρησιμοποιοῦμε τὰ Ἑλληνικά; Ἄς ξαναἐπισκεφθοῦμε τὴν βάσι τῆς κριτικῆς, δηλαδὴ τὴν ἀνάλυσι κόστους/ὀφέλους. Ἄν μεταβαίναμε στὴν ἐγκαθίδρυσι τῶν Ἀγγλικῶν ὡς ἐθνικῆς μας γλώσσας, τὰ ὀφέλη θὰ ἦσαν ἀναρίθμητα. Κατ’ ἀρχάς, ὅλο τὸ ἄυλο πολιτιστικὸ προϊόν ποὺ παράγουμε θὰ ἐγίνετο προσβάσιμο σὲ ὅλο τὸν κόσμο (ἢ τέλος πάντων σὲ ὅποιον μιλάει Ἀγγλικά, μία πολὺ μεγαλυτέρα ἀγορά). Αὐτὸ περιλαμβάνει τὰ βιβλία μας, τὶς σειρὲς μας, τὶς πανεπιστημιακὲς διαλέξεις μας, ἀκόμα καὶ τὰ βίντεό μας στὸ youtube. Ἀλλὰ βέβαια δὲν εἶναι μόνο οἱ ἐξαγωγὲς ποὺ θὰ ἐγίνοντο πιὸ ἀβίαστες, ἀλλὰ καὶ οἱ εἰσαγωγές. Μὲ τὰ Ἀγγλικὰ ὡς τὴν μητρική μας γλῶσσα, θὰ ἦτο πιὸ εὔκολο νὰ διαβάσουμε τί λένε οἱ Ἀμερικανικὲς ἐφημερίδες χωρὶς παρέμβασι τρίτων, νὰ διαβάσουμε τὸν Shakespeare ἀπὸ τὸ πρωτότυπο, νὰ δοῦμε ξένες σειρὲς καὶ ταινίες χωρίς ὑποτίτλους, κλπ. Ἔπειτα, στὸ πεδίο τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων, θὰ διευκολύναμε τὸν τουρισμό, τὴν ἀνταλλαγὴ πληθυσμῶν, καὶ τὶς διαπροσωπικὲς σχέσεις μὲ μέχρι πρότινος «ξένους» λαούς. Τέλος ἕνα τεράστιο κομμάτι τῆς γραφειοκρατίας—π.χ. ὅταν χρειάζεται νὰ προσκομίσωμε ἑλληνικὰ ἔγγραφα σὲ ξένα πανεπιστήμια—θὰ ἐξηφανίζετο.
Κάποιος μπορεῖ νὰ ἀντιτείνει τὴν ἀνησυχία πὼς κάτι τέτοιο δὲν εἶναι πρακτικὰ ἐφικτό. Μὰ ἄν αὐτὴ εἶναι ἡ κύρια ἀνησυχία, τότε νομίζω μπορῶ νὰ καθησυχάσω τοὺς σκεπτικοὺς φίλους μας παραθέτοντας τὸ παράδειγμα τῆς Σιγκαπούρης. Βλέπετε, στὴν Σιγκαπούρη τὸ 1965, δηλαδὴ ὅταν ἔγινε ἀνεξάρτητο κράτος, λιγότερο ἀπὸ τὸ 2% τοῦ πληθυσμοῦ εἶχε τὰ Ἀγγλικὰ ὡς τὴν μητρική του γλῶσσα. Παρ’ ὅλ’ αὐτά, ἔγινε ἡ ἐπίσημη γλῶσσα τοῦ νεοϊδρυθέντος κράτους, σὲ μία Σιγκαπούρη ποὺ ἀπεδείχθη ἕνα «textbook case» (οἰκονομικῆς) ἐπιτυχίας ἀφοῦ εἶναι μία ἀπὸ τὶς πιὸ ἀνεπτυγμένες οἰκονομίες στὸν κόσμο σὲ λιγότερο ἀπὸ 100 χρόνια. Ἄλλο ἕνα πειστήριο γιὰ τὴν νίκη τοῦ ὀφέλους ἔναντι τοῦ κόστους.
Τέτοιου εἴδους προτάσεις ἐπὶ τῇ βάσει ὀφέλους καὶ ἀντικατοπτρισμοῦ θὰ μποροῦσαν νὰ γεμίσουν ἕνα βιβλίο, δὲν εἶναι μεμονωμένα παραδείγματα. Λόγου χάριν, νὰ κι ἄλλο ἕνα παράδειγμα: ποιὸς ὁ λόγος ὁ δημοφιλὴς δρόμος μὲ τὸ ὄνομα «Ἑρμοῦ» νὰ ὀνομάζεται ἔτσι; Κανένας δὲν χρησιμοποιεῖ πιὰ τὴν γενική -ου: Ἰωάννου, Ἀποστόλου, καὶ προφανῶς ὄχι Ἑρμοῦ. Λέμε τοῦ Ἰωάννη, τοῦ Ἀποστόλη καὶ τοῦ Ἑρμῆ. Μάλιστα θὰ ἔλεγα πὼς ἡ γενική «τοῦ Ἑρμοῦ» εἶναι ἀπὸ τὶς χειρότερες γιατὶ δύσκολα ἀντιλαμβάνεται ὁ μέσος ἀκροατὴς ὅτι ἀναφέρεται στὸν Ἑρμή.
Μὰ γιατί τέλος πάντων τὰ θέτω ὅλα αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα; Ποιὰ ἡ σημασία τους; Κατ’ ἐμέ, ἀναδεικνύουν τὴν ἰδιαιτέρα σημασία τῆς λογικῆς συνεπείας. Μὲ ἁπλὰ λόγια, δὲν πιστεύω πὼς μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ κάποια συνεπής γραμμὴ ἐπιχειρηματολογίας βασισμένη σὲ ἀναλύσεις κόστους/ὀφέλους—δηλαδὴ στὴν βάσι ὅλων τῶν κριτικῶν κατὰ τοῦ πολυτονικοῦ—ἡ ὁποία ἀπὸ τὴν μία νὰ δικαιολογῇ τὴν χρῆσι ὅλων αὐτῶν τῶν «ι», ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ ἀπορρίπτῃ τὴν χρῆσι τοῦ πολυτονικοῦ, καὶ ταυτόχρονα νὰ ἐπιμένῃ στὴν χρῆσι τῶν Ἑλλνικῶν. Μὰ τόσο σημαντικὴ εἶναι ἡ συνέπεια; Θὰ ἔλεγα πὼς ναί. Ἄν δὲν ἔχουμε συνέπεια, τότε (ὅπως καὶ στὴν Τυπικὴ Λογική) τίποτα δὲν ἔχει νόημα καὶ οἱ συζητήσεις μας ἐκφυλίζονται σὲ συνονθυλεύματα ἤχων.
Πρὶν κάποια χρόνια εἶχα θέσει τὸ ἐξῆς ἐρώτημα σὲ ἕναν φίλο: «Μὰ καλά, ἀφοῦ δὲν θὲς ὀξεῖες καὶ περισπωμένες, τότε γιατί νὰ θὲς τὰ ‘ει’ καὶ τὰ ‘οι’;». (Ἀκούσια) τὸν ἔπιασα ἐξ’ ἀπήνης μιᾶς καὶ δὲν εἶχε σκεφθῆ αὐτὴν τὴν ἀναλογία, οὔτε κἂν εἶχε ἀναρωτηθῆ γιατί χρησιμοποιοῦμε ὅλα αὐτὰ τὰ «ι». Ὡστόσο, εὐθὺς ἀμέσως καὶ χωρὶς δισταγμὸ μοῦ ἀπήντησε «ὅντως, οὔτε αὐτὰ τὰ θέλω, γιατί νὰ τὰ ἔχουμε;». Μὲ τὸν φίλο διαφωνούσαμε προφανῶς, κάναμε ὡστόσο μία ἐξαιρετικὴ συζήτησι, ἀκριβῶς διότι ἡ ἄποψί του εἶχε λογικὴ συνέπεια. Ἡ λογικὴ συνέπεια διαφυλάττει τὶς διαφωνίες ὡς ὄργανα ποὺ μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ ἀνακαλύψουμε πῶς ἀναπτύσσεται μία ἄλλη θεώρησι τῶν πραγμάτων, βασισμένη σὲ ἀξιωμάτα διαφορετικὰ ἀπὸ τὰ δικά μας, γεγονὸς ποὺ διευρύνῃ τοὺς ὁρίζοντές μας καὶ μᾶς καθιστᾶ πιὸ ἀνεκτικούς. Στὴν ἀντίθετο περίπτωσι, ἄν δὲν ὑπάρχῃ λογικὴ συνέπεια, τότε συνήθως ἀναλωνόμαστε σὲ ἰδεοληψίες τὶς ὁποῖες συνήθως δὲν κατευθύνῃ ἡ λογική μας, ἀλλὰ διαφόρων εἰδῶν προκαταλήψεις καὶ στεγανὰ τὰ ὁποῖα σπάνια προέρχονται ἀπὸ κάτι ἐνδόμυχο ἢ διανοητικό.