Κάποτε ὁ Ντίνος Χριστιανόπουλος μιλοῦσε γιὰ τὰ ἀλαμπουρνέζικα τῶν τότε κουλτουριάρηδων. Σήμερα τὰ ἀλαμπουρνέζικα ἐπεξετάθησαν μὲ εἰσαγωγὲς ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ, τὶς ὁποῖες ἐκτελωνίζει ἕνα σύμπλεγμα κατωτερότητος. Ἀποτέλεσμα εἶναι αὐτὸ ποὺ ὀνομάζω «Τὸ Σύνδρομο τῆς Ἀγγλοπαθείας».
Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ εἰσροὴ ξενικῶν ὅρων στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα ἔχει φτάσει σὲ ἄλλα… level. Ἀφοῦ νά, κι ἐγὼ μόλις ἔπεσα θῦμα αὐτῆς τῆς μάστιγας. Ἴσως νὰ ἀρχίζω νὰ πάσχω ἀπὸ τὸ Σύνδρομο τῆς Ἀγγλοπαθείας. Στὴν Ἑλλάδα ἔχουμε πολλὰ κρούσματα, τὰ ὁποῖα συνεχῶς αὐξάνονται. Ἀναφέρομαι σὲ ὅλους αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι, ἀνὰ 9 ἑλληνικὲς λέξεις, πετοῦν καὶ μία ἀγγλική. Ὅταν τοὺς ρωτᾶς «γιατί τὸ κάνεις αὐτὸ ἄνθρωπέ μου;», σοῦ ἀπαντοῦν: «Ααα δὲν τὸ κάνω ἐπίτηδες. Ἁπλῶς ὅλη μέρα στὴν ἑταιρεία μιλᾶμε Ἀγγλικὰ καὶ καταλαβαίνεις, μοῦ ἔρχονται πρῶτα ἀγγλικὲς λέξεις». Ἔτσι μᾶς λέει ὁ... Μῆτσο θὰ σὲ πῶ. Τόσο πολὺ χωμένος εἶναι λοιπὸν ὁ Μῆτσος στὴν ἀγγλοσαξονικὴ κουλτούρα ποὺ κατέληξε νὰ πάσχῃ!
Βέβαια, ὁ Μῆτσος διαβάζει Ναυτεμπορικὴ στὰ Ἑλληνικά, πάει στὰ μπουζούκια καὶ στὰ πανηγύρια γιὰ νὰ ἀκούσῃ ἑλληνικά, καὶ μὲ τοὺς φίλους καὶ τὴν οἰκογένειά του μιλάει Ἑλληνικά. Ὁ Μῆτσος τὰ μόνα ἀνεμοδαρμένα ὕψη ποὺ ξέρει εἶναι τῆς Γαρμπή. Ὁ Μῆτσος ἔχει ἀκούσει τὴν Emma τὴν Watson καὶ τὴν Emma τὴν Stone, ἀλλὰ τοῦ διαφεύγει ποιὰ ἀκριβῶς εἶναι ἡ Emma ἡ Woodhouse. Ὁ Μῆτσος δὲν ἔχει διαβάσει Shakespeare, ἀλλὰ ξέρει κάτι λίγα ἀπὸ τὸ Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης. Ἐπίσης, ξέρει γιὰ τὸν Jim Morrison ἀλλὰ ὄχι τὸ Jim Crow, ξέρει τὸν William τὸν πρίγκιπα ἀλλὰ ὄχι τὸν William τὸν Wordsworth, καὶ βεβαίως, ξέρει τὴν Madonna ἀλλὰ ὄχι τὴν ma donna. Τὸ... attitude τοῦ Μήτσου τοῦ ἐπιβάλλει νὰ εἶναι ὅλη μέρα στὸ grind, στὸ hustling, καὶ στὸ flex. Τὸ λὲς καὶ μεγάλη πρόοδο μιᾶς καὶ μόλις δύο γενιὲς πίσω, οἱ γιαγιάδες του καὶ οἱ παπποῦδες του τὸ μόνο grind ποὺ ἤξεραν ἦτο αὐτὸ ποὺ κάνει ὁ ἀλευρόμυλος.
Παρεμπιπτόντως, ὁ Μῆτσος ἔχει γαλουχηθῆ μὲ τὰ Ἀγγλικὰ τῆς Ἀμερικῆς. Ἄλλωστε γιὰ τὸν Μῆτσο οἱ ἄλλες χῶρες τοῦ κόσμου ὅπου οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ὡς μητρική τους γλῶσσα τὰ Ἀγγλικά εἶναι ἀδιάφορες. Καὶ πῶς νὰ τὸν κατηγορήσῃς..; Ἐδῶ πρόεδροι ὑπερδυνάμεων συμμερίζονται τὶς ἀπόψεις του. Ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὴν Ἀμερική, τὸν Μῆτσο τὸν ἀφοροῦν ἀποκλειστικά τὰ Ἀγγλικὰ ποὺ μιλοῦν οἱ πλούσιοι καὶ οἱ «σπουδαγμένοι». Τὰ Ebonics ἄλλωστε «στὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι Ἀγγλικά».
Ὅπως καὶ νὰ ἔχῃ, ὁ Μῆτσος παραμένει ἀγγλομαθής καὶ πάσχων. Ἴσως φίλε μου Μῆτσο νὰ μὴν βλέπῃς κἂν τὸ ὄφελος νὰ μιλᾶμε ἀκόμα Ἑλληνικά. Κι ἐγώ μαζί σου, ὁπότε ἔχω καταθέσει σχετικὴ πρότασι. Ἀλλὰ γιὰ τὴν ὥρα συμπάσχουμε, διότι βλέπεις κι ἐγὼ ὅλη μέρα –θέλοντας καὶ μή– μιλάω, διαβάζω, ἀκούω, καὶ γράφω Ἀγγλικά. Γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσω λοιπὸν νὰ μὴν ἐρχόμαστε σὲ δύσκολη θέση μὲ ὅλο αὐτὸ τὸ νότισμα στὴν ἀγγλικὴ κουλτούρα, μᾶς ἑτοίμασα ἕνα μικρὸ ἐγχειρίδιο γιὰ νὰ ἀποφύγουμε τὶς πιὸ συχνὲς παγίδες.
Υ.Γ. Μῆτσο, μιᾶς καὶ πάει ροδάνι ἡ γλῶσσα σου στὰ Ἀγγλικά, κάνε καὶ μιὰ προσπάθεια νὰ βελτιώσῃς λίγο τὴν προφορά σου γιατὶ προσπαθεῖς νὰ πῇς «polish it» καὶ ἀκούγεται ὡς «police it». Ὅπως καταλαβαίνῃς, μπορεῖ νὰ ὑπάρξουν παρεξηγήσεις.
Ἄς ἀφήσω στὴν ἄκρη τὸ περιπαικτικὸ ὕφος γιὰ νὰ ἀναγνωρίσουμε πὼς πράγματι, γιὰ τὴν ὥρα τοὐλάχιστον, δὲν μποροῦν νὰ μεταφραστοῦν ὅλες οἱ ἀγγλικὲς λέξεις καὶ φράσεις στὰ Ἑλληνικὰ μὲ ἀκρίβεια (καὶ τὸ ἀντίστροφο). Γιὰ παράδειγμα, δὲν ὑπάρχει κάποια καλὴ μετάφρασι γιὰ τὴν λέξη «video». Μπορεῖ, φερ’ εἰπεῖν, ἕνα video νὰ ἀποτελεῖ «ὀπτικοακουστικὸ ὑλικό» ἢ «κινούμενη εἰκόνα», ἀλλὰ κανένα ἀπὸ τὰ δύο δὲν ἀναφέρεται σὲ ταυτόσημη ἔννοια. Ὑπάρχουν λοιπὸν ἀρκετὲς τέτοιες λέξεις, ὅπως «framework», «stand-up», «spam», κ.α.
Ἐδῶ δὲν θὰ προσφέρω λύσεις σὲ αὐτὰ τὰ προβλήματα. Παραδεχόμαστε κάποιες ἀδυναμίες τῆς γλώσσας μας, τὶς ὁποῖες ἐλπίζω ὅτι θὰ βελτιώσουμε συντεταγμένα. Ἁπλῶς θὰ ἀναφερθῶ στὰ προβλήματα ποὺ μόνοι μας εἰσηγάγαμε σχετικὰ μὲ τὴν χρῆσι ἀγγλικῶν ὅρων. Θὰ τὰ παρουσιάσω σὲ 4 ἐπίπεδα, διατεταγμένα σὲ αὔξουσα σειρὰ μὲ ἄξονα τὴν ἰσχὺ τῶν χτυπημάτων τους στὴ γλῶσσα, τὴν ἐπικοινωνία καὶ τὸ νόημα.
Στὸ πρῶτο ἐπίπεδο ἔχουμε ἀγγλικοὺς ὅρους ποὺ μεταφράζονται στὰ Ἑλληνικὰ καὶ μάλιστα μὲ προφανῆ τρόπο (μάλιστα πολλοὶ ἑλληνικοὶ ὅροι προϋπήρχαν τῶν ἀγγλικῶν). Ἐν τούτοις, βλέπουμε στὰ μέσα –κυρίως στὰ μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης– νὰ χρησιμοποιοῦνται οἱ ἀντίστοιχοι ἀγγλικοὶ ὅροι. Γιατί; Μακάρι νὰ ’ξερα… Ὅμως συμβαίνει, καὶ μάλιστα τὸ φαινόμενο γιγαντώνεται. Γιὰ τοῦ λόγου τὸ ἀληθές, ἔκανα μία γρήγορη περιήγησι σὲ δημοφιλῆ κανάλια στὸ youtube γιὰ νὰ συλλέξω μία λίστα ἀπὸ τέτοιες λέξεις. Λοιπόν, ἡ λίστα ἄρχισε νὰ διογκώνεται τόσο πολὺ ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ φτιάξω ὁλόκληρο λεξικό. Ἔτσι, παραθέτω ἕνα μικρὸ μόνο δεῖγμα (σὲ τυχαία σειρά):
Στὸ δεύτερο ἐπίπεδο βρίσκουμε τὸ ἐυρὺ πεδίο τῶν νεολογισμῶν. Ἀξίζει νὰ τοὺς δώσουμε ἰδιαιτέρα σημασία διότι ἀρκετοὶ φιλόλογοι καὶ ὄχι μόνο, ἀνὰ τὰ χρόνια, ἔχουν κάνει ἐξαιρετικὴ δουλειὰ στὸ νὰ εἰσάγουν ὅρους οἱ ὁποῖοι ἀποδίδουν νεοεμφανιζόμενες ἔννοιες. Ἑννοεῖται πὼς δὲν ὑποστηρίζω ὅλους τοὺς νεολογισμούς. Ἑννοεῖται πὼς ὑπάρχουν νεολογισμοὶ οἱ ὁποῖοι ἐπιφέρουν τέτοια κακοφωνία ποὺ καλύτερα νὰ χρησιμοποιούσαμε ξένους ὅρους. Ἐνδεικτικά: σερφάρω, ντοπάρω, τρολάρω, ἐγκεφής, ἀμφίψωμο, κ.α. Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ἀξιόλογες καταχωρήσεις, ὅπως: Διαδίκτυο, ἑτεροντροπή, ἀνελκυστῆρας, τηλεργασία καὶ ἀνακύκλωσι.
Σὲ αὐτὴν τὴν ἑνότητα θὰ ἤθελα νὰ περιεργασθῶ τὸν ὅρο «start-up», γιὰ τὸν ὁποῖο ἔχουμε τὸν νεολογισμό: νεοφυής (ἢ νεοσύστατη) ἐπιχείρησι. Ὁ ἑλληνικὸς ὅρος «νεοφυής» προέρχεται ἀπὸ τοὺς ὅρους «νέο» + «φύω», καὶ ἄρα συνδέει μέσῳ μίας ἀλληγορίας (δηλαδὴ τῆς κυριολεκτικῆς ἐννοίας ποὺ σημαίνει «κάτι ποὺ φετεύθηκε πρόσφατα» μὲ τὴν μεταφορικὴ σημασία τοῦ «νεοσυστάτου» ἢ τοῦ «καινούργιου») μία σύγχρονη ἔννοια μὲ ἕνα ἱστορικὸ βάθος δύο χιλιετιῶν καὶ πλέον. Οὔτε κἂν ἡ ἀλληγορία δὲν εἶναι πρόσφατη. Γιὰ παράδειγμα, στὴν Καινή Διαθήκη, Πρὸς Τιμόθεον Α', Κεφ. 3, ὁ 6ος στίχος ξεκινᾶ μὲ τὴν προτροπή «μὴ νεόφυτον», ἡ ὁποία μεταφράζεται ὡς «νὰ μὴν εἶσαι καινούργιος στὴν πίστη».
Εἶναι σαφὲς νομίζω πὼς ὁ ὅρος «start-up» δὲν διατρέχεται ἀπὸ παρόμοιο ἱστορικὸ νῆμα. Βέβαια, δὲν θὰ πρέπῃ νὰ ὑποτιμοῦμε τὰ Ἀγγλικά. Ὁ ὅρος «start-up» προέρχεται ἀπὸ τὸ phrasal verb «to start up». Τὰ phrasal verbs ἐντάσσουν τὰ Ἀγγλικὰ σὲ μία ξεχωριστὴ κατηγορία. Ἄς θυμηθοῦμε σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο τὸν Jorge Luis Borges, ὁ ὁποῖος ἐπισήμανε δύο λόγους ποὺ θεωροῦσε τὰ Ἀγγλικὰ μία γλῶσσα πιὸ λεπτῶν ἀποχρώσεων ἀπὸ τὰ Ἱσπανικά, τὴν μητρική του γλῶσσα (video): (1) ἡ διττὴ καταγωγή τῶν Ἀγγλικῶν, ποὺ ἐν μέρει προέρχονται ἀπὸ τὰ Λατινικὰ, καὶ ἐν μέρει ἀπὸ τὶς γερμανικὲς (Germanic) γλῶσσες καὶ (2) τὰ phrasal verbs.
Τὰ Ἀγγλικὰ λοιπὸν ἔχουν καὶ λατινικὲς καὶ γερμανικὲς ρίζες. Γι’ αὐτὸ συναντοῦμε ζευγάρια λέξεων οἱ ὁποῖες παραπέμπουν σὲ σχεδὸν ἴδιες ἔννοιες (λέω «σχεδὸν» γιατί κατὰ τὸν Μπορχὲς, καὶ κατὰ τὴν γνώμη μου, ὑπάρχουν ἀμυδρὲς παρεκκλίσεις στὶς συμπαραδηλώσεις: οἱ λατινικὲς ἰσοδύναμες εἶναι συνήθως πιὸ ἀνάλαφρες ἀπὸ τὶς «αὐστηρὲς» γερμανικές). Ἔτσι π.χ., ἔχουμε τὴν λέξη «endless» (end + less) → «ἀτελείωτος» ποὺ ἔχει γερμανικὲς ρίζες (στὰ Γερμανικὰ ἀκόμα καὶ σήμερα ἡ λέξη «Ende» σημαίνει «τέλος»). Ἔχουμε ὅμως καὶ τὴν λέξη «infinite» (in + finite) → «ἄπειρο». Προέρχεται ἀπὸ τὸ λατινικό «fīnis» → «τέλος», «ὅριο». Αὐτὲς οἱ δύο λέξεις ἀποκλίνουν ἄρδην καὶ μορφολογικὰ καὶ ἐτυμολογικά, ἀλλὰ ἀναφέρονται σὲ παρεμφερεῖς ἔννοιες.1 Μία τέτοια παλέτα ἐπιτρέπει σὲ ἕναν συγγραφέα νὰ περιγράφῃ συγκλίνοντα νοήματα ἀλλὰ μὲ μεγάλη ποικιλία στὸ ἠχόχρωμα.
Τὸ δεύτερο χαρακτηριστικὸ εἶναι τὰ phrasal verbs, καὶ ἐδῶ τὰ Ἀγγλικὰ πραγματικὰ ξεχωρίζουν. Ὁ Μπορχὲς ἀνέφερε πὼς τὰ phrasal verbs δίνουν μία «σωματικότητα» (physicality) στὴν γλῶσσα. Κατὰ τὴν γνώμη μου, τὸ πιὸ ἐνδιαφέρον εἶναι πὼς ἐκφράζουν κίνησι. Γιὰ παράδειγμα, τὸ ρῆμα «to start up» μᾶς φέρνει στὸ νοῦ πὼς κάτι ξεκινάει νὰ ἀνεβαίνῃ. «Το put out a fire» εἶναι νὰ «βγάζῃς ἔξω» τὴν φωτιά. «To pick up after your dog» ἀποδίδει διπλὴ κίνησι: (α) σηκώνεις ἐπάνω (δηλαδὴ μαζεύεις) αὐτὰ ποὺ ἀφήνει τὸ ζωντανό καὶ (β) τὸ κάνεις μετά (after) ἀπὸ αὐτὸ, δηλαδὴ ἀκολουθῶντας το.
Γιὰ νὰ συνοψίσω, αὐτὴ ἡ πλαστικότητα καὶ ἡ ἀνεμελιά τῶν phrasal verbs καθιστοῦν τὰ Ἀγγλικὰ μία γλῶσσα ὑπέρλαμπρης κομψότητος. Ὅμως, τὰ χαρακτηριστικὰ αὐτὰ συνήθως δὲν ταιριάζουν σὲ ἕνα ἑλληνικὸ κείμενο ἢ σὲ ἕναν ἑλληνικὸ προφορικὸ λόγο διότι, πάλι γενικεύοντας, τὰ Ἑλληνικὰ εἶναι συνήθως βαρύγδουπα καὶ μὲ ἱστορικὸ βάθος. Γιὰ ἐμένα, λοιπόν, ὅταν κάποιος λέει «start-up» ἀντὶ γιὰ «νεοφυὴς ἐπιχείρησι», τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι πὼς τὰ Ἀγγλικὰ εἶναι μὲ κάποιον τρόπο κατώτερα. Εἶναι ἁπλῶς πὼς ἐκείνη τὴν στιγμὴ εἰσάγει μία γλωσσικὴ δυσαρμονία. Αὐτὸ συνήθως συμβαίνει μὲ ὁποιοδήποτε ζευγάρι γλωσσῶν ποὺ ἔχουν ἰσχυρὸ χαρακτῆρα, εἰδοποιεῖς διαφορὲς καὶ ξεχωριστὸ ὕφος. Γιὰ παράδειγμα συνυπάρχουν εὔκολα τὰ Γαλλικὰ καὶ τὰ Ἰταλικά, ἀλλὰ ὄχι τὰ Γαλλικὰ καὶ τὰ Ρώσικα.
Στὸ τρίτο ἐπίπεδο συμπεριλαμβάνω ὅρους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν προφανῆ μετάφρασι (καὶ γι’ αὐτὸ δὲν παραθέτω μεταφράσεις) διότι ἔχουν ἀρκετὲς λεπτὲς ὑφὲς. Μόνο μία ὑπόθεσι φαίνεται νὰ ἐξηγῇ τὴν χρῆσι τους, ἡ ὁποία καταλαβαίνω πὼς θὰ ἀκουσθῇ ὑπεροπτική, ὅμως τοὐλάχιστον ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ βρῶ ἄλλη ἐξήγησι γιὰ τὰ φαινόμενα. Πρῶτον, λοιπόν, οἱ χρῆστες αὐτῶν τῶν ὅρων δὲν ξέρουν τὶς διαφορετικὲς λεπτὲς ὑφὲς τους. Δεύτερον, ἀκόμα καὶ νὰ τὶς ἤξεραν, δὲν ξέρουν κἂν τί θέλουν νὰ ποῦν καὶ ἄρα δὲν μποροῦν νὰ ἐπιλέξουν ἀνάμεσα στὰ διαφορετικὰ νοήματα. Ἑπομένως, ἡ μετάφρασι εἶναι ὁλωσδιόλου δευτερευούσης σημασίας ἄν δὲν γνωρίζουμε κἂν τί ἔχουμε πρόθεσι νὰ ἐπικοινωνήσουμε.
Ἄς ἀναλύσουμε κάποια παραδείγματα γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὸ πρόβλημα. Ἄς ἐπιλέξουμε τυχαῖα τὸν ὅρο «hoax». Αὐτὸς ὁ ὅρος μπορεῖ νὰ ἀναφέρεται σὲ ψευδῆ εἴδησι, μπορεῖ ὅμως καὶ νὰ ἀναφέρεται σὲ ἀπάτη. Αὐτὲς οἱ δύο σημασίες προφανῶς ἀπέχουν παρασάγγας. Γιὰ παράδειγμα, ἄν κάποιος μοῦ πεῖ πὼς ἡ μητέρα μου ἔπεσε θῦμα hoax, ἔχει σημασία ἄν σημαίνῃ πὼς πίστεψε μία ψευδῆ εἴδησι ἢ ὅτι π.χ. κάποιος τὴν ἐξαπάτησε καὶ τὶς ἔκλεψε λεφτά.
Ἄς ἀναλογισθοῦμε καὶ ἕναν ἄλλον ἀγαπημένο ὅρο τῶν ἀγγλοπαθῶν: τὸν ὅρο «management». Αὐτὸς ὁ ὅρος μπορεῖ νὰ σημαίνῃ «διαχείρισι», ὅπως π.χ. «anger management», ἀλλὰ μπορεῖ καὶ νὰ σημαίνῃ «ὀργάνωσι». Ἄρα καταλαβαίνετε πὼς ὅταν κάποιος μοῦ λέει πὼς προσπαθεῖ νὰ «κάνῃ manage τὴν δουλειά του» (δὲς ἑπομένη ἑνότητα), εὔλογο εἶναι νὰ μὴν ξέρω ἄν ἐννοῇ πὼς προσπαθεῖ νὰ διαχειρισθῇ τὴν δουλειά του (ἄγχος, πίεση, κλπ.) ἢ νὰ τὴν ὀργανώσῃ (δηλαδὴ ἁπλῶς νὰ διευθετήσῃ τὶς ἀπαραίτητες διαδικασίες γιὰ τὴν ἐπιτυχῆ ἀποπεράτωσι τῆς δουλειᾶς, χωρὶς νὰ ὑπονοεῖται πὼς ὑπάρχει κάποιο ψυχικὸ ἄχθος).
Τὸ τελευταῖο ἐπίπεδο ἀφιερώνεται στὴν κορωνίδα ὅλων τῶν ἀλαμπουρνέζικων: τὸ κατασκεύασμα ποὺ συνθέτει ἕναν ἑλληνικὸ παρακείμενο (καὶ ὄχι μόνο) τοῦ ρήματος «κάνω» μὲ κάποιο ἀγγλικὸ ἀπαρέμφατο ἐνεστῶτος (;) Τὸ ἐρωτηματικὸ τὸ βάζω διότι δὲν ξέρω ποῦ ὑποτίθεται πὼς στοχεύουμε. Πάντως τὸ πιὸ τρανό παράδειγμα εἶναι ἡ φράσι «(τὸ) ἔχω/ἔχουμε κάνει establish».
Ἐδῶ εἰλικρινὰ ἀρχίζουν οἱ ἀπορίες μου. Σὲ κάποιο βαθμό καταλαβαίνω γιατί κάποιος νὰ χρησιμοποιήσῃ τὶς ἀγγλικὲς λέξεις καὶ φράσεις τῶν προηγουμένων ἑνοτήτων. Ἀλλὰ ἐδῶ μένω ἄναυδος καὶ ἔκπληκτος. Ἁπλῶς δημιουργοῦμε δομὲς ποὺ παύουν νὰ βγάζουν νόημα.
Πρῶτα καὶ κύρια διότι δύσκολα μπορῶ νὰ σκεφτῶ πιὸ ἐνδεικτικὸ παράδειγμα ἔλλειψης γλωσσικῆς αἰσθητικῆς καὶ στὶς δύο γλῶσσες. Ἐξηγοῦμαι. Γραμματικὰ ἡ φράση «τὸ ἔχουμε κάνει establish» συνδυάζει, ὅπως εἴπαμε, ἕναν παρακείμενο μὲ κάτι ποὺ μοιάζει μὲ ἀπαρέμφατο ἐνεστῶτος. Δηλαδὴ ἄν θέλαμε νὰ κατασκευάσουμε κάτι δομικὰ παρόμοιο στὰ Ἑλληνικά, θὰ καταλήγαμε σὲ κάτι σὰν τὸ «τὸ ἔχουμε κάνει ἀνακαλεῖν» ἢ «τὸ ἔχουμε κάνει λύεσθαι». Προφανῶς κανένα ἀπὸ αὐτὰ δὲν βγάζει νόημα ἀκριβῶς διότι δὲν μποροῦμε νὰ συνδυάζουμε στὰ Ἑλληνικὰ ἔτσι αὐθαίρετα ἕναν παρακείμενο μὲ ἕνα ἀπαρέμφατο. Λέμε «ἔχω κάνει» + οὐσιαστικό ἢ ἐπίθετο. Π.χ. «ἔχουμε κάνει γνωστό» ἢ «ἔχω κάνει φυλακή» ἢ «ἔχουμε κάνει τὸ μαγαζί ἑστιατόριο».
Ὅμως οὔτε καὶ στὰ Ἀγγλικὰ βγάζει κανένα νόημα. Π.χ., λέμε «we have established» ἢ «it has been established». Μὲ ἄλλα λόγια, δὲν ἀκολουθεῖ ἀπαρέμφατο (infinitive) ἀλλὰ μία μετοχὴ ἀορίστου (past participle). Ἄν ποῦμε «we have establish», ἴσως κάποιος δέκτης τοῦ ὁποίου ἡ μητρικὴ γλῶσσα εἶναι τὰ Ἀγγλικὰ νὰ καταλάβῃ τί θέλαμε νὰ ποῦμε. Ἴσως πάλι καὶ ὄχι διότι εὔλογα μπορεῖ νὰ ὑποθέσῃ πὼς αὐτὸ ποὺ θέλαμε νὰ ποῦμε εἶναι «we have to establish», ποὺ εἶναι τελείως ἄλλο πρᾶγμα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, μᾶλλον θὰ νομίσῃ πὼς δὲν γνωρίζουμε οὔτε τὰ βασικὰ τῶν Ἀγγλικῶν.
Ἄς παραδεχθῶ ὅτι πράγματι δὲν ὑπάρχει ἀκριβῆς μετάφρασι τῆς λέξης «establish», διότι ἡ συγκεκριμένη λέξι περικλείει πολλὲς ἔννοιες. Ἀλλὰ ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ γενικὴ φύση τῆς λέξης τὴν κάνει ἐπιφανειακή καὶ ἀσαφῆ. Σὲ κάθε περίπτωσι, ὑπάρχουν ἀτέλειωτες ἐναλλακτικὲς στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα γιὰ νὰ ἀποδώσουμε τὸ νόημα τῆς φράσης «τὸ ἔχουμε κάνει establish» ἀνάλογα μὲ τὸ τί ἀκριβῶς ἐννοοῦμε. Ἐνδεικτικά:
Ἔχουμε:
Θὰ μποροῦσε βέβαια κάποιος νὰ ἀντιτείνῃ: ἐδῶ καλὰ καλὰ δὲν ξέρουμε τί θέλουμε νὰ ποῦμε! Τὰ ἀλαμπουρνέζικα μᾶς μάραναν; Νομίζω ναί, ἔχει σημασία, διότι ἡ σκέψι καὶ ἡ ἔκφρασι βρίσκονται σὲ ἀνατροφοδοτούμενο κύκλο.