Πῶς ἰσχυρίζονται οἱ γλωσσολόγοι ὅτι ἀλλάζει ἡ γλῶσσα; Τὸ ἐπιχείρημα ἀναπτύσσεται ὡς ἐξῆς. Πρῶτα καὶ κύρια, ὑποστηρίζουν πὼς ὁ γραπτὸς λόγος δὲν πρέπει παρὰ νὰ ἀκολουθῇ τὸν προφορικὸ λόγο. Ἐπὶ ποίᾳ βάσει; Μὰ βεβαίως ὅτι ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος… ὁ προφορικός. Προϋπῆρχε τοῦ γραπτοῦ πρὸ πολλοῦ, καὶ συνεπῶς εἶναι la raison d’être τοῦ γραπτοῦ. Ὁ γραπτὸς λόγος δημιουργήθηκε ἀποκλειστικὰ γιὰ νὰ καταγράψῃ καὶ νὰ διαιωνίσῃ τὸν προφορικὸ λόγο (ἄλλωστε ὁ Πλάτων κατέκρινε τὸν γραπτὸ λόγο στὸν Φαίδωνα). Ἄρα, τὸ ἐπιχείρημα ὑποστηρίζει, ὁ πρῶτος θὰ πρέπῃ νὰ ὑπηρετῇ καὶ νὰ ὑπακούῃ τὸν τελευταῖο.
Ἀπὸ ἐκεῖ ἀπορρέουν ὅλες οἱ ἀλλαγὲς στὴν τυποποίησι τῆς γλώσσας ὅσον ἀφορᾶ τὴν γραφή. Γιατί δὲν χρησιμοποιοῦμε τὸ πολυτονικό; Διότι δὲν ἀνταποκρίνεται στὸν προφορικὸ λόγο. Γιατί στὰ Γαλλικὰ ἡ La nouvelle orthographe προτείνει νὰ μὴν γράφουμε s’entraîner, coût, κ.α. ἀλλὰ s’entrainer, cout, κλπ.; (Κυρίως) διότι ἡ περισπωμένη (circonflexe) στὰ φωνήεντα i καὶ u δὲν ἀνταποκρίνεται πιὰ σὲ κάποιον ἦχο στὸν προφορικὸ λόγο. Τί ἔφερε τὴν ἀλλαγὴ στὴν ὀρθογραφία τῶν ß (Eszett) καὶ ss στὰ Γερμανικά, δηλαδὴ ἀδιαμφισβήτητα τὴν μεγαλυτέρα ἀλλαγὴ τῆς ὀρθογραφίας τῶν Γερμανικῶν τὰ τελευταία 100 χρόνια; (Κυρίως) ἡ ἀσυμφωνία μεταξὺ γραπτοῦ καὶ προφορικοῦ λόγου, μεταξὺ εἰκόνας καὶ ἤχου.
Ὡστόσο, κάποιος μπορεῖ νὰ ἀντιτείνῃ πὼς ὁ γραπτὸς λόγος εἶναι φύσει καὶ θέσει διαφορετικός. Φύσει διότι στὴν ἀνθρώπινη φύσι ὁ γραπτὸς λόγος, σὲ ἀντίθεσι μὲ τὸν προφορικό, εἶναι κάτι ἀφύσικο, κάτι ξένο. Αὐτὸ ἐξηγεῖ γιατί σὲ ἀντίθεσι μὲ τὸν προφορικὸ λόγο τὸν ὁποῖο τὸν μαθαίνουμε διαισθητικὰ καὶ ἀσυνείδητα, τὸν γραπτὸ λόγο χρειάζεται νὰ τὸν διδαχθοῦμε συνειδητὰ ἐπὶ σειρὰ ἐτῶν, σὰν νὰ ἐξασκοῦμε ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀφύσικη ἱκανότητα, ὅπως ἕνα μουσικὸ ὄργανο ἢ τὸ νὰ λύνουμε ἐξισώσεις. Εἶναι θέσει διαφορετικὸς διότι χρησιμοποιεῖται σὲ διαφορετικὲς συνθῆκες καὶ μὲ διαφορετικὸν τρόπο. Ἐξ οὗ κι ἡ δασκάλα μας μᾶς ἐπέπληττε ὅταν ἔκρινε ὅτι ὁ γραπτός μας λόγος προσιδίαζε στὴν καθομιλουμένη.
Ἐπιπροσθέτως, οἱ γλωσσολόγοι τῶν Ἑλληνικῶν δὲν μᾶς ἐξηγοῦν γιατί ἔχουμε ἀκόμα τὰ «οι», «ει», «ω», κλπ. Ἄλλωστε δὲν ἀνταποκρίνονται στὸν προφορικὸ λόγο, καὶ αὐτὸ ἰσχύει ἐδῶ καὶ περίπου 1,500 χρόνια ὅπως ἀναλύσαμε σὲ προηγούμενο ἄρθρο. Οὔτε οἱ γλωσσολόγοι τῶν Γάλλικῶν μᾶς ἐξηγοῦν γιατί γράφουν τὸ «t» στὴν λέξι «sujet» ἢ τὸ «s» στὴν λέξι «dans». Οὔτε αὐτὰ ἀνταποκρίνονται στὸν προφορικὸ λόγο. Γιὰ κάποιες περιπτώσεις ὑπάρχουν, ὑποτίθεται, ἐργαλειακοὶ λόγοι. Π.χ. ἄν ἀπὸ τὸ «coût» (κόστος) βγάλουμε τὴν περισπωμένη, ἀφοῦ δὲν ἔχει κάποιο φωνητικὸ ρόλο, καὶ βγάλουμε καὶ τὸ «t» γιατὶ δὲν προφέρεται, τότε θὰ ἀπομείνῃ ἡ γραμματοσειρά «cou». Αὐτὴ ὅμως δηλώνει μία ὑπάρχουσα λέξι (λαιμός). Μᾶς λένε οἱ γλωσσολόγοι πὼς αὐτὸ δημιουργεῖ ἀμφισημία καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ἀφαίρεσαν τὴν περισπωμένη ἀπὸ ὅλα τὰ u καὶ i στὸ Nouvelle orthographe. Ἐπὶ παραδείγματι, παρέμεινε στὴν λέξι «dû» (μετοχὴ ἀορίστου τοῦ «devoir») γιὰ νὰ τὴν ξεχωρίζῃ ἀπὸ τὴν λέξι «du» (de + le) καὶ παρέμεινε στὴν λέξι «sûr» (ἀσφαλής) γιὰ νὰ τὴν ξεχωρίζῃ ἀπὸ τὴν λέξι «sur» (πάνω σε). Οὐχ ἧττον, ἡ λέξι «coût» καὶ «cou» προφέρονται μὲ ἀκριβῶς μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Ἐφ’ ὅσον λοιπόν ὁ γραπτὸς λόγος ἀκολουθεῖ τὸν προφορικό, γιατί δὲν ταυτίζονται καὶ στὸν γραπτὸ σὲ αὐτὸ τὸ ζήτημα; Ἐξ ἄλλου στὸν προφορικὸ λόγο κάπως ἀντιμετωπίζεται ἡ ἀμφισημία. Φυσικὰ στὸν προφορικὸ λόγο ὑπάρχουν διάφορα μέσα γιὰ νὰ διανθίσῃ κάποιος τὸ σημαῖνον ὥστε νὰ διευκρινίσῃ τὸ σημαινόμενο, ὅπως ὁ τόνος, ἡ ἔντασι, κλπ. Ὁ γραπτὸς λόγος δὲν τὰ παρέχει καὶ ἄρα μπορεῖ νὰ δημιουργηθοῦν παρεξηγήσεις ἀπὸ ἀσάφειες. Ὁ ρόλος τῆς περισπωμένης, μπορεῖ νὰ ἰσχυρισθῇ κάποιος, εἶναι ἡ νὰ λύνῃ αὐτὲς τὶς ἀσάφειες. Ἄν αὐτὴ εἶναι ἡ λειτουργία της, τότε πρῶτον οἱ γλωσσολόγοι πέφτουν σὲ ἀντίφασι διότι χρησιμοποιοῦν ἕνα σύμβολο ποὺ δὲν ἀνταποκρίνεται στὸν προφορικὸ λόγο. Κυρίως ὅμως, ἄν ἀντιμετωπίζουμε τὴν γλῶσσα ἐργαλειακά, τότε ἄς βάλουμε σημάδια ποὺ ἐκφράζουν εὐθέως τὰ στοιχεῖα τοῦ προφορικοῦ λόγου ποὺ θεωροῦμε σημαντικά (τόνος, ἔντασι, κλπ.) καὶ ὄχι νὰ χρησιμοποιοῦμε ἕνα ἀποπροσανατολιστικὸ ὑποκατάστατο.
Αὐτὲς οἱ εὔλογες παρατηρήσεις ἤδη μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ διαπιστώσουμε πόσο σαθρὸ εἶναι τὸ ἐπιχείρημα πὼς ὁ γραπτὸς λόγος πρέπει νὰ εἶναι ἁπλῶς οὐραγὸς τοῦ γραπτοῦ. Ὡς πρὸς τὸ ὅλον ὅμως, αὐτὴ ἡ κριτικὴ δὲν ἀποτελεῖ παρὰ μία σταγόνα σὲ ἕναν ὠκεανό. Γιὰ νὰ μὴν χάσουμε λοιπὸν τὸ δέντρο κοιτῶντας τὸ δάσος, ἄς προχωρήσουμε στὸ καίριο ζήτημα, δηλαδὴ τὴν ἄσκησι ἐξουσίας. Φαινομενικὰ τὰ δύο εἶναι ἄσχετα, ἀλλὰ νομίζω πῶς ἄν παρατηρήσετε ὅσα ἀκολουθοῦν, θὰ καταλήξετε καὶ ἐσεῖς πὼς αὐτὴ ἡ ἀπόδοσι ὑπερεχούσης ἀξίας στὸν προφορικὸ λόγο ὑποφώσκει σὲ κάθε ἐπιχείρημα.
Ἔχοντας πάρει ὡς προκειμένη λοιπὸν τὴν προαναφερθεῖσα ἱεράρχησι τοῦ προφορικοῦ καὶ τοῦ γραπτοῦ λόγου, σειρὰ ἔχει μία ἐπισκόπησι τοῦ ὑλικοῦ ἐκμάθησης καὶ τυποποίησης τῆς γλώσσας: ἐγχειρίδια, λεξικά, σχολικὰ βιβλία, κλπ. Ἐδῶ εἶναι πρωτευούσης σημασίας ἡ διάκρισι μεταξὺ τῆς Κανονιστικῆς καὶ τῆς Περιγραφικῆς Σχολῆς στὴν γλωσσολογία. Ἄς μὴν ἀφήσουμε τοὺς τεχνικοὺς ὅρους νὰ μᾶς μπερδέψουν. Ἕνα γλωσσικὸ ἐγχειρίδιο εἶναι περιγραφικὸ ὅταν περιγράφει – καὶ μόνο – τὴν χρῆσι τῆς γλώσσας. Ἀντιθέτως, ἕνα κανονιστικὸ ἐγχειρίδιο δὲν περιγράφει ἁπλῶς τὴν χρῆσι σὲ μία δεδομένη περίοδο. Πιθανῶς μάλιστα νὰ προσπαθεῖ ἐνεργὰ νὰ μὴν τὴν περιγράφει καθόλου (καὶ εἰδικὰ στὸ παρόν) ἐπειδὴ διαφωνεῖ μὲ αὐτήν τὴν χρῆσι. Ἔτσι, ἕνα κανονιστικὸ ἐγχειρίδιο ὑπαγορεύει («κανονίζει») πῶς θὰ πρέπῃ νὰ χρησιμοποιεῖται ἡ γλῶσσα (καὶ ἄρα ἐπιχειρεῖ νὰ ὁρίσῃ τὸ δέον στὰ γλωσσικὰ ζητήματα).
Σήμερα ἐπικρατεῖ ἡ ἄποψι πὼς οἱ γλωσσολόγοι λειτουργοῦν περιγραφικὰ καὶ ὄχι κανονιστικά. Παραδείγματος χάριν, ὁ κ. Γιάννης Βελουδής, Καθηγητὴς Γλωσσολογίας στὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), στὶς σημειώσεις του γιὰ τὸ μάθημα «Γενικὴ Γλωσσολογία Ι», μᾶς λέει πὼς ἡ Γλωσσολογία εἶναι μία περιγραφικὴ καὶ ὄχι κανονιστικὴ ἐπιστήμη. Μολονότι ἡ Ἑλλάδα δὲν ὑπολείπεται ἀξιολόγους γλωσσολόγους, σὲ ἐτοῦτο τὸ ἄρθρο θὰ ἐστιάσω στὸ ἔργο τοῦ Καθηγητοῦ Γλωσσολογίας στὸ Harvard, Steven Pinker. Ὁ κ. Pinker εἶναι ἰδιαιτέρως ἐπιδραστικὸς, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ τὸν ξεχωρίζει ἀπὸ ἄλλους ἐπιδραστικοὺς γλωσσολόγους εἶναι πὼς ἡ ἐπιρροή του εἶναι πολυσχιδὴς καὶ συγκεκριμένα τριμερής: (α) στὴν ἀκαδημαϊκὴ κοινότητα (μέσῳ τῶν δημοσιεύσεών του), (β) στὰ γλωσσικὰ ἐγχειρίδια (μέσῳ τῶν ἡγετικῶν θέσεων – σχεδὸν ἐπιστασίας – ποὺ κατέχει), καὶ (γ) στὸν μέσο ἄνθρωπο ἢ τοὐλάχιστον συγγραφέα (μέσῳ τῶν προσωπικῶν του βιβλίων). Αὐτὸς ὁ συνδυασμός, παράλληλα μὲ τὴν ὑπέρλαμπρη ἱκανότητά του στὴν ἐξήγησι καὶ γραφὴ1 τὸν καθιστοῦν σπάνια περίπτωσι. Ἔτσι, τὸν χρήζω ἀνεπίσημο ἐκπρόσωπο τῶν γλωσσολόγων γιὰ αὐτὸ τὸ ἄρθρο μιᾶς καὶ οἱ ἀπόψεις του συμπυκνώνουν τὶς κυρίαρχες πεποιθήσεις. Σὺν τοῖς ἄλλοις, ὁ κ. Pinker μᾶς ἐπιτρέπει νὰ προσπελάσουμε παραστάσεις πέραν τῆς πατρίδος μας. Ἔχω διαβάσει ἀρκετὰ βιβλία τοῦ κ. Pinker, ἀλλὰ ὅλα τὰ ἀποσπάσματα σὲ αὐτὸ τὸ ἄρθρο εἶναι ἀπὸ τὸ ἀγαπημένο μου: The Sense of Style, 2014 (ὅλες οἱ μεταφράσεις εἶναι δικές μου).
Ἀρχικὰ λοιπόν μᾶς συστήνεται ὁ κ. Pinker ὡς ἐξῆς:
Εἶμαι [...] ἕνας περιγραφικὸς γλωσσολόγος: ἕνα ἔνθερμο καὶ πυρηνικὸ μέλος τῆς Γλωσσολογικῆς Κοινότητος[.]2
Ἐν τούτοις λίγο πρὶν μᾶς λέει:
Δὲν ὑπάρχει ὁ «πόλεμος τῆς γλώσσας» μεταξὺ ὑποστηρικτῶν τῆς Κανονιστικῆς Σχολῆς καὶ ὑποστηρικτῶν τῆς Περιγραφικῆς Σχολῆς. Ἡ φερομένη ἀντιπαράθεσι εἶναι ὅσο κίβδηλη ὅσο ἄλλα πιασάρικα διλήμματα.3
Τότε γιατί μετὰ μᾶς συστήνεται ὡς περιγραφικὸς γλωσσολόγος καὶ ὄχι ἁπλῶς ὡς γλωσσολόγος; Ὅπως καὶ νὰ ἔχῃ, πιὸ κάτω μᾶς διευκρινίζει:
Πολλοὶ ἄνθρωποι ὑποθέτουν πὼς ὑπάρχει κάποιο διευθύνον ὄργανο, δηλαδὴ οἱ δημιουργοὶ λεξικῶν, ἀλλὰ ὡς πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς Χρήσης τοῦ Λεξικοῦ Ἀμερικανικῆς Κληρονομιᾶς [American Heritage Dictionary] ποὺ εἶναι εὐρέως γνωστὸ πὼς εἶναι κανονιστικό, εἶμαι ἐδῶ γιὰ νὰ σᾶς πῶ πὼς αὐτὴ ἡ ὑπόθεσι εἶναι λάθος. Ὅταν ρώτησα τὸν ἐπιμελητὴ τοῦ λεξικοῦ πῶς αὐτὸς καὶ οἱ συνεργάτες του ἀποφασίζουν τί περιλαμβάνει, μοῦ ἀπήντησε: «Δίνουμε προσοχὴ στὸν τρόπο ποὺ οἱ ἄνθρωποι χρησιμοποιοῦν τὴν γλῶσσα». Πολὺ σωστά: ὅσον ἀφορᾶ τὰ σωστὰ Ἀγγλικά, δὲν ὑπάρχει κανένας ὑπεύθυνος· οἱ τρελοί διοικοῦν τὴν ψυχιατρικὴ κλινική.4
Μᾶς λέει δηλαδὴ ὅτι ἀκόμη καὶ ἕνα λεξικὸ ποὺ ὑποτίθεται πὼς εἶναι κανονιστικό, στὴν πραγματικότητα λειτουργεῖ περιγραφικά. Πιὸ κάτω βέβαια μᾶς λέει πώς:
Τὸ βιβλίο ἀνὰ χεῖρας εἶναι δεδηλωμένα περιγραφικό: ἀποτελεῖται ἀπὸ κάποιες ἑκατοντάδες σελίδες στὶς ὁποῖες σᾶς δίνω διαταγές. Ἐνῷ εἶμαι ἐνθουσιασμένος ἀπὸ τὴν γλωσσικὴ ζωντάνια τῆς φωνῆς τοῦ λαοῦ [vox populi], θὰ ἤμουν ὁ πρῶτος ποὺ θὰ ὑποστήριζα ὅτι τὸ νὰ ἔχῃς κανονιστικοὺς κανόνες εἶναι θεμιτό, πράγματι ἀπαραίτητο, σὲ πολλὲς ἀρένες τῆς γραφῆς. Μποροῦν νὰ λιπάνουν τὴν κατανόησι, νὰ μειώσουν τὶς παρανοήσεις, νὰ παράσχουν μία στέρεα πλατφόρμα γιὰ τὴν ἀνάπτυξι τοῦ στὺλ καὶ τῆς χάρης, καὶ νὰ σημάνουν πὼς ἕνα συγγραφέας ἔχει ἐπιδείξει προσοχὴ στὴν συγγραφῆ ἑνὸς χωρίου.5
Γιὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, ὁ κ. Pinker καὶ διάφοροι ἄλλοι γλωσσολόγοι μὲ μπερδεύουν. Ἴσως νὰ μὴν ἔχω τὶς διανοητικὲς ἱκανότητες νὰ καταλάβω τοὺς συλλογισμούς τους. Πάντως προσωπικὰ δὲν καταλαβαίνω σὲ τί συμπέρασμα καταλήγουν – ἢ ἄν δὲν θέλουν νὰ μιλήσουν εὐθέως – τί συμπέρασμα ὑποτίθεται πὼς πρέπει ἐμεῖς νὰ ἐξάγουμε. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ προσπαθήσω νὰ ξεκαθαρίσω τοὐλάχιστον τὴν δική μου ἑρμηνεία. Ἀρχικά, πιστεύω πὼς ἐννοοῦν πὼς τὰ ἐγχειρίδια (λεξικά, σχολικὰ βιβλία, τὸ βιβλίο τοῦ κ. Pinker) ἔχουν κανονιστικὸ χαρακτῆρα. Δηλαδὴ ἀκόμη καὶ γλωσσολόγοι σὰν τὸν κ. Pinker ὑποδεικνύουν σὲ φοιτητὲς πὼς πρέπει νὰ γράφουν «άτομο» καὶ ὄχι «άτωμμω» παραπέμποντάς τους σὲ ὅλα τὰ προαναφερθέντα ἐγχειρίδια. Ἡ ἀντίφρασι βεβαίως – τὴν ὁποῖα οἱ ἴδιοι εἰσάγουν ἀποθεώνοντας τὸν προφορικὸ λόγο καὶ θέτοντάς τον ὡς τὴν βάσι π.χ. κατάργησης τοῦ πολυτονικοῦ ἢ ἑδραίωσης τῆς Nouvelle orthographe – ἐντοπίζεται στὸ ὅτι ἐνῷ καὶ τὸ «άτομο» καὶ τὸ «άτωμμω» ἀνταποκρίνονται στὸν προφορικὸ λόγο, τὸ ἕνα δὲν θεωρεῖται σωστό!
Τέλος πάντων, ἡ λογικὴ εἶναι πὼς ἐνῷ ἔχουν κανονιστικὸ χαρακτῆρα, ἡ σημαντικὴ λεπτομέρεια εἶναι πὼς οἱ κανόνες (ὑποτίθεται πώς) δὲν ἔρχονται ἀπὸ κάποια ἕνωσι ψευτοδιανοουμένων καὶ «λογίων», ἀπὸ κάποιους γλωσσαμύντορες συντηρητικοὺς, ἢ ἀπὸ κάποια ἀνωτάτη ἐξουσία ποὺ τοποθετεῖται ἐκεῖθεν τοῦ λαοῦ (ὅπως π.χ. ἡ κυβέρνησι). Κάθε ἄλλο! Τὸ ἀφήγημα εἶναι ὡς ἐξῆς: «κάν’ το ἔτσι γιατὶ παρατηρήσαμε τοὺς ἄλλους καὶ τὸ κάνουν ἔτσι». Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ τεκμηρίωσι τοῦ περιγραφικοῦ αὐτοχαρακτηρισμοῦ: τὸ νὰ περιγράφῃς πῶς τὸ κάνουν ἄλλοι. Σὲ αὐτοὺς τοὺς «ἄλλους», ὡστόσο, (ὑποτίθεται ὅτι κατ’ ἀρχήν) ἀνήκει πάντα ἡ κάθε μονάδα. Εἶναι δηλαδὴ περίπου ὅπως μὲ τὶς δημοσκοπήσεις, οἱ ὁποῖες σὲ ἐνημερώνουν γιὰ τὴν γνώμη τῆς κοινωνίας, μέρος τῆς ὁποίας ὅμως εἶσαι καὶ ἐσὺ ὁ ἴδιος, ὅποιος καὶ νὰ εἶσαι. Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοια, τὸ σύστημα τῆς γλωσσικῆς ἐκπαίδευσης καὶ διάχυσης εἶναι φαινομενικὰ ἄκρως δημοκρατικό, δηλαδὴ ἀντιεξουσιαστικὸ ἐπειδὴ στὴν δημοκρατία δὲν ὑπάρχει ἐξουσία καὶ αὐτὸ ἰσχύει κατ’ ἀρχήν.
Ἡ παρομοίωσι μὲ τὴν δημοσκόπησι εἶναι σημαντικὴ διότι σὲ κάποιο ἄλλο ζήτημα, ὅπως λ.χ. τὴν ἐπιλογὴ τοῦ προορισμοῦ διακοπῶν, ἡ μονάδα μπορεῖ νὰ διαφοροποιηθῇ ἄρδην ἀπὸ τὸ σύνολο (δηλαδὴ παρ’ ὅλο ποὺ οἱ δημοσκοπήσεις λένε ὅτι οἱ περισσότεροι ἐπιλέγουν τὶς Κυκλάδες, κάποιος μπορεῖ νὰ ἐπιλέξῃ νησὶ ἐκτὸς αὐτῶν). Θὰ λέγαμε πὼς σὲ αὐτὸ ἔγκειται ἡ ἴδια ἡ ἔννοια τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας! Πλὴν ὅμως, τὸ πρόβλημα μὲ τὴν γλῶσσα εἶναι πὼς ὁ μόνος τρόπος νὰ λειτουργήσῃ ὡς ἐργαλεῖο (καὶ γιὰ κάποιους αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος της σκοπός) εἶναι νὰ ὑπάρξῃ μία σχετικὴ συμφωνία, συναίνεσι, καὶ βασικὰ κανονικοποίησι. Ἐξ οὐ καὶ μᾶς λέει ὁ κ. Pinker:
Ἕνα λεξικὸ ποὺ θὰ δίδασκε στοὺς χρῆστες του νὰ γράφουν μὲ ἕναν τρόπο ποὺ θὰ ἠγγυᾶτο ὅτι θὰ παρεννοοῦντο, θὰ ἦτο ὅσο ἄχρηστο ὅσο ὁ Οὑγγρο-Αγγλικὸς ὁδηγός φράσεων στὸ σκετς τῶν Monty Python τὸ ὁποῖο μετέφραζε τὸ «μπορεῖς νὰ μὲ καθοδηγήσῃς πρὸς τὴν στάσι τοῦ τραίνου» ὡς Παρακαλῶ θώπευσε τὰ ὀπίσθιά μου.6
Μὲ ἄλλα λόγια, ἄν ὁ καθένας κάνῃ τελείως ὅ,τι τοῦ κατέβει, τότε κανένας δὲν θὰ μπορῇ νὰ καταλάβῃ κανέναν γιατὶ ἡ κατανόησι ἀπαιτεῖ μία κοινωνικὴ σύμβασι ποὺ δρᾶ ὡς δίαυλος ἐπικοινωνίας. Ἀκόμη καὶ νὰ διαφωνοῦμε στὰ πάντα, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ διαπιστώσουμε πὼς διαφωνοῦμε, χρειάζεται νὰ συμφωνήσουμε πρῶτα στὴν γλῶσσα ποὺ θὰ μιλήσουμε, στὶς σημασίες τῶν λέξεων, στὴν γραμματική, κλπ. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ γλῶσσα γιὰ μία κοινωνία εἶναι ἕνας κοινὸς παρονομαστής, ἕνα συνεκτικὸ νῆμα ποὺ διασυνδέει τὸν κοινωνικὸ ἱστό.
Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ὀπτική, οἱ περιγραφικοὶ γλωσσολόγοι ἐπιτελοῦν κοινωνικὸ ἔργο. Προσπαθοῦν νὰ περιγράψουν καὶ νὰ ἐνισχύσουν αὐτὸν τὸν θεσμὸ ποὺ ὀνομάζουμε γλῶσσα, χωρὶς ὅμως νὰ ἀσκοῦν ἐξουσία στὴν τροπὴ τῶν πραγμάτων. Κάποιοι διατείνονται πὼς γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχουν αὐτὸ πρέπει νὰ τοποθετήσουν τὸν ἑαυτό τους ἐκτὸς κοινωνίας. Ἐν ἀντιθέσει πρὸς αὐτὴν τὴν ἀντίληψι, ἐγὼ πιστεύω πὼς πρέπει νὰ προσεγγίσουν τὴν καρδιὰ τοῦ κοινωνικοῦ σώματος, διατηρῶντας ὅμως μία ἐποπτεία μέχρι τὰ πέριξ του. Κάθε ἄλλο δηλαδὴ ἀπὸ τὸ νὰ πετάξουν τὸν ἑαυτό τους ἐκτὸς κοινωνικοῦ συνόλου. Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ πρόδηλα ἐπιχειρησιακὰ ἐμπόδια ποὺ συνεπάγεται μία τέτοια διαδικασία, τὸ βασικὸ κώλυμα στὸ ἐπίπεδο τῆς νόησης εἶναι νὰ ὑπερκεράσουν τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Ἐγώ. Νὰ ἀποτάξουν δηλαδὴ τὸν πειρασμὸ ποὺ πιθανὸν τοὺς δημιουργεῖ ἡ θέσι τους – ὡς δημιουργοὶ λεξικῶν, βιβλίων, κλπ. – νὰ ἐπιβάλλουν τὴν δική τους γνώμη, καὶ νὰ τὸν ἀντικαταστήσουν μὲ τὸ κοινὸ περὶ τῆς γλώσσας αἴσθημα.
Οἱ ὑποστηρικτὲς λοιπόν τῆς Περιγραφικῆς Σχολῆς μᾶς λένε πὼς δὲν ὑπαγορεύουν πῶς πρέπει νὰ χρησιμοποιῆται ἡ γλῶσσα, ἀλλὰ ἁπλῶς περιγράφουν πῶς χρησιμοποιεῖται. Ὡραῖα, ἀλλὰ ἀπὸ ποιοὺς; Θὰ ὑπέθετε κανείς: ἀπὸ ὅλους ἢ τοὐλάχιστον ἀπὸ τὴν πλειοψηφία (ἡ ὁποία φυσικὰ ἀλλάζει μὲ τὸν καιρό). Γιατί εἶναι εὔσχημη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσι; Διότι σὲ ἀντίθετη περίπτωσι – ἄν δηλαδὴ περιγράφουν τὴν χρῆσι μόνο κάποιας μειοψηφίας – τότε ἀναγκαστικὰ δὲν περιγράφουν ἀλλὰ ὑπαγορεύουν· συγκεκριμένα, ὑπαγορεύουν τοὺς κανόνες αὐτῆς τῆς μειοψηφίας ἐπὶ τῶν ὑπολοίπων.
Τὴν χρῆσι ποιῶν λοιπὸν περιγράφουν οἱ γλωσσολόγοι; Ἀρχικὰ ἄς δοῦμε τὸ θέμα ἱστορικά. Μᾶς λέει ὁ κ. Pinker:
Οἱ «σωστές» μορφὲς εἶναι ἐκεῖνες οἱ ὁποῖες ἔτυχε νὰ χρησιμοποιοῦντο στὴν διάλεκτο ποὺ ὡμιλοῦντο στὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ τὸ Λονδίνο ὅταν τὰ γραπτὰ Ἀγγλικὰ τυποποιήθησαν γιὰ πρώτη φορὰ κάποιους αἰῶνες πρίν. Ἐὰν ἡ ἱστορία εἶχε ξεδιπλωθῇ διαφορετικά, οἱ σημερινὲς σωστὲς μορφὲς θὰ μπόρηγαν νὰ εἶναι λάθος καὶ τοὔμπαλιν. Ἡ διάλεκτος τοῦ Λονδίνου ἔγινε τὸ πρότυπο στὴν ἐκπαίδευσι, στὴν κυβέρνησι, στὶς ἐπιχειρήσεις, καὶ ἦτο ἐπίσης ἡ διάλεκτος τῶν πιὸ καλῶς μορφωμένων καὶ τῶν πιὸ εὐκαταστάτων ὁμιλούντων ἀνὰ τὴν Ἀγγλόσφαιρα. 7
Ἄρα, δὲν ἦτο ἡ πλειοψηφία ἐκείνων ποὺ μιλοῦσαν Ἀγγλικὰ ποὺ ὅρισε τὶς «σωστές» μορφές καὶ τοὺς κανόνες. Ἦτο ἡ συγκεκριμένη μειοψηφία ποὺ ζοῦσε γύρω ἀπὸ τὸ Λονδίνο. Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ μεταξὺ αὐτῶν, δὲν ἦσαν οἱ κοινοὶ ἄνθρωποι ποὺ ὅρισαν τὴν γλῶσσα. Ἦτο μία μειοψηφία τῆς μειοψηφίας, οἱ ὁποῖοι ἐν πολλοῖς τοποθετοῦνται ἐντεῦθεν τῆς κοινωνίας: ἡ κυβέρνησι, οἱ ἐπιχειρήσεις, ἀλλὰ ἐπίσης οἱ μορφωμένοι καὶ οἱ εὐκατάστατοι. Δεδομένου δὲ ὅτι οἱ μορφωμένοι ἦσαν – ὅπως καὶ τώρα ἀλλὰ τότε περισσότερο – οἰκονομικὰ εὔρωστοι, τότε μιλᾶμε γιὰ μία συγκεκριμένη μειοψηφία ἄκρως περιορισμένου φάσματος, μὲ πάνω-κάτω κοινὰ συμφέροντα.
Γιατί, ὅμως, ἐπελέχθη αὐτὴ ἡ μειοψηφία; Μήπως τὴν ἐπέλεξε ὁ λαός – ὁ δῆμος – ὡς ἀντιπροσώπους; Προφανῶς καὶ ὄχι. Αὐτὴ ἡ μειοψηφία ἁπλῶς κατάφερε νὰ ἐξουσιάσῃ τὸ γλωσσικὸ γίγνεσθαι διότι ἐξουσίαζε τὸ πολίτικο-κοινωνικὸ γίγνεσθαι. Ὁ κ. Pinker μᾶς λέει λοιπὸν ὅτι οἱ «σωστές» μορφὲς εἶναι αὐτὲς ποὺ ἔτυχε νὰ χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ αὐτὴν τὴν μειοψηφία. Καὶ πράγματι, δὲν ὑπάρχει κάποια ξεκάθαρη αἰτία ποὺ αὐτὴ ἡ μειοψηφία χρησιμοποιοῦσε αὐτὲς καὶ ὄχι ἄλλες μορφές.8 Ὅμως, τὸ γεγονὸς ὅτι χρησιμοποιοῦμε τὶς μορφὲς ἐκείνης τῆς μειοψηφίας κάθε ἄλλο παρὰ τυχαῖο εἶναι! Ἡ αἰτία εἶναι πολὺ ἁπλὰ ἡ ἐξουσία!
Ἀλλὰ ἔστω, κληρονομήσαμε κάποιες βασικὲς μορφὲς καὶ κάποιους θεμελιώδεις κανόνες. Ὅμως ἡ γλῶσσα ἀλλάζει. Ἔτσι, πρέπει νὰ ἐπανατοποθετήσωμε τὴν προηγουμένη ἐρώτησι στὸ σήμερα: ποιοὺς ἀκολουθοῦμε σήμερα; Τὴν χρῆσι ποιῶν περιγράφουν τὰ γλωσσικὰ ἐγχειρίδια σήμερα; Μᾶς τὸ ἀπαντᾶ καὶ αὐτὸ ὁ κ. Pinker:
Ἄν καὶ οἱ λεξικογράφοι δὲν ἔχουν οὔτε τὴν ἐπιθυμία οὔτε τὴν ἰσχὺ νὰ ἀποτρέψουν γλωσσικὲς συμβάσεις ἀπὸ τὸ νὰ ἀλλάξουν, αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅπως φοβοῦνται οἱ ὑπερασπιστὲς τῆς γλωσσικῆς ἁγνότητος, ὅτι δὲν μποροῦν νὰ δηλώσουν τὶς συμβάσεις ἐν ἰσχύϊ σὲ μία δεδομένη στιγμή. Αὐτὸ εἶναι τὸ σκεπτικὸ πίσω ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴ Χρήσης τοῦ Λεξικοῦ Ἀμερικανικῆς Κληρονομιᾶς: διακόσιοι συγγραφεῖς, δημοσιογράφοι, ἐπιμελητές, ἀκαδημαϊκοὶ καὶ ἄλλα δημόσια πρόσωπα τῶν ὁποίων ἡ γραφὴ δείχνει ὅτι ἐπιλέγουν τὶς λέξεις τους μὲ προσοχή. Κάθε χρόνο συμπληρώνουν ἐρωτηματολόγια σχετικὰ μὲ τὴν προφορά, τὴν σημασία, καὶ τὴν χρῆσι, καὶ τὸ λεξικὸ ἀναφέρει τὰ ἀποτελέσματα στὶς σημειώσεις ποὺ ἐπισυνάπτονται στὶς καταχωρήσεις προβληματικῶν λέξεων. Ἡ Ἐπιτροπὴ Χρήσης προορίζεται νὰ εἶναι ἕνα δεῖγμα τῆς εἰκονικῆς κοινότητος γιὰ τὴν ὁποία γράφουν προσεκτικοὶ συγγραφεῖς. Ὅσον ἀφορᾶ τὶς καλύτερες πρακτικὲς τῆς χρήσης, δὲν ὑπάρχει ἀνωτάτη ἐξουσία.9
Τὸ ἀπόσπασμα ἔχει τὴν δική μου ἔμφασι σὲ πολλὰ σημεῖα, ἐπειδὴ θεωρῶ ὅτι τὰ συγκεκριμένα ἐγείρουν ἐρωτήσεις. Πρῶτα-πρῶτα, μᾶς λέει ὁ κ. Pinker ὅτι αὐτὸ τὸ ἔγκριτο λεξικὸ οὐσιαστικὰ περιγράφει τὴν χρῆσι ποὺ κάνουν «διακόσιοι [...] τῶν ὁποίων ἡ γραφὴ δείχνει πὼς ἐπιλέγουν τὶς λέξεις τους μὲ προσοχή». Καὶ πῶς ἐπιλέγονται αὐτοὶ οἱ διακόσιοι; Μήπως ὑπάρχουν τίποτα ποσοτικοποιήσιμα κριτήρια «προσεκτικῆς ἐπιλογῆς λέξεων»; Ὑπάρχουν κάποια λίγα, ὅπως γιὰ παράδειγμα ἡ συνέπεια, ἡ ὁποία εἶναι γενικῶς ἐξαιρετικὰ σημαντικὴ γιὰ ὅλα τὰ στοιχεῖα μίας γλώσσας (γραμματική, σημασία λέξεων, κλπ.). Παρά ταῦτα, δὲν ἐπιλέγουν νὰ συμπεριλάβουν στοὺς 200 ἀρκετοὺς ἀνθρώπους τῶν ὁποίων ἡ ἐπιλογὴ, τοποθέτησι, καὶ ὀρθογραφία τῶν λέξεων εἶναι συνεπής. Λόγου χάριν, δὲν συμπεριλαμβάνουν ἀνορθογράφους. Κάποιος μπορεῖ νὰ γράφῃ τὴν λέξι «μέτωπο» ὡς «μαίτοπο» καὶ νὰ τὴν γράφει ἔτσι πάντα, δηλαδὴ συνεπέστατα. Κι ὅμως, δὲν θὰ βρεθῇ μέσα στοὺς διακοσίους ἐπιλέκτους.
Ἄρα τὰ κριτήρια εἶναι σὲ μεγάλο βαθμὸ ὑποκειμενικά. Κάποιοι ἐπιλέγουν αὐτοὺς τοὺς 200 μὲ βάσι τὰ δικά τους κριτήρια. Ποιοί; Μὰ φυσικὰ ἡγετικά – ἢ «card-carrying» ὅπως αὐτοαποκαλεῖται ὁ κ. Pinker – μέλη τῆς γλωσσολογικῆς κοινότητος γενικότερα καὶ αὐτοῦ τοῦ λεξικοῦ εἰδικότερα. Ναὶ ἀλλὰ αὐτὰ τὰ μέλη ποιὸς τὰ ἐπιλέγει; Μὲ ἄλλα λόγια, ποιοὶ ἐπιλέγουν αὐτοὺς ποὺ ἐπιλέγουν αὐτοὺς ποὺ ἐπιλέγουν πῶς χρησιμοποιεῖται ἡ γλῶσσα; Πάντως ὄχι ἡ κοινωνία; Στὴν καλυτέρα περίπτωσι προέρχονται ἀπὸ τὴν ἐπιστημονικὴ κοινότητα, ἡ ὁποία ὅμως εἶναι δομικὰ ἐλιτιστικὴ καὶ σὲ μεγάλο βαθμὸ αὐτόνομη καὶ ἀπομονωμένη ἀπὸ τὴν κοινωνία. Ἄρα, κάθε ἄλλο παρὰ δημοκρατικὸ ἢ ἀντιπροσωπευτικὸ εἶναι αὐτὸ τὸ σύστημα.
Στὴν συνέχεια ὁ κ. Pinker μᾶς λέει πὼς αὐτὴ ἡ «Ἐπιτροπὴ Χρήσης» προορίζεται νὰ εἶναι ἕνα δεῖγμα τῆς εἰκονικῆς κοινωνίας γιὰ τὴν ὁποία γράφουν προσεκτικοὶ συγγραφεῖς. Δηλαδὴ ὁ κ. Pinker μᾶς λέει ξεκάθαρα πὼς αὐτοὶ οἱ 200 ὄχι ἁπλῶς δὲν εἶναι ἀλλὰ οὔτε κἂν προορίζονται νὰ εἶναι δεῖγμα τῆς πραγματικῆς κοινωνίας, δηλαδὴ τοῦ ὅλου. Εἶναι δεῖγμα κάποιας ἄλλης κοινωνίας – «εἰκονική» τὴν ὀνομάζει ὁ κ. Pinker – ἡ ὁποία προφανῶς ἀποτελεῖ μέρος τοῦ ὅλου ποὺ μιλάει τὴν ἑκάστοτε γλῶσσα, ὅμως δὲν εἶναι παρὰ μία μειοψηφία. Καὶ πῶς ὁρίζεται αὐτὴ ἡ εἰκονικὴ μειοψηφία; Εἶναι ἡ μειοψηφία «γιὰ τὴν ὁποία γράφουν οἱ προσεκτικοὶ συγγραφεῖς». Μὰ τί σημαίνει αὐτό; Οἱ ἀκαδημαϊκοὶ ἀς ποῦμε γράφουν κυρίως γιὰ ἄλλους ἀκαδημαϊκούς, καὶ τὸ ἴδιο πολλοὶ ἐπιμελητές. Μὲ ἄλλα λόγια μᾶλλον αὐτὴ ἡ εἰκονικὴ κοινωνία – ποὺ τοποθετεῖται ἐντεῦθεν τῆς κοινωνίας – εἶναι σὲ μεγάλο βαθμὸ αὐτοαναφορική. Μάλιστα, γιὰ νὰ ἐπιστρέψουμε στὸ προηγούμενο παράδειγμα, μπορεῖ στὴν κοινωνία μας περισσότεροι νὰ γράφουν «μαίτοπο» παρά «μέτωπο» (δηλαδὴ γενικά, μπορεῖ οἱ «ἀνορθόγραφοι» νὰ εἶναι περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὀρθογράφους). Αὐτὸ τὸ στατιστικὸ ὡστόσο οὔτε κἂν τό ξέρουμε, ἢ τοὐλάχιστον δὲν θὰ μᾶς τὸ ποῦν τὰ λεξικὰ, ἀκριβῶς διότι δὲν περιγράφουν τὴν χρῆσι τῆς γλώσσας ἀπὸ τὴν κοινωνία στὴν εὐρεῖα της μορφή.
Κι ἔτσι καταλήγουμε στὴν τελευταία φράσι τοῦ ἀποσπάσματος: «Ὅσον ἀφορᾶ τὶς καλύτερες [βασικὰ τὶς καθιερωμένες] πρακτικὲς στὴν χρῆσι [τῆς γλώσσας], δὲν ὑπάρχει ἀνωτάτη ἐξουσία». Βεβαίως καὶ ὑπάρχει! Ἀποκαλοῦμε ἐξουσία τὴν κυβέρνησι, ἀκριβῶς ἐπειδὴ τοποθετεῖται ἐντεῦθεν τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ ἀσκεῖ ἐπιρροὴ ἐπάνω της. Ἀλλὰ αὐτοὺς τοὐλάχιστον τοὺς ἐπιλέγει ἡ κοινωνία – κατὰ διαιτησίαν μέν – ἀλλὰ τρόπον τινά τοὺς ἐπιλέγει. Αὐτοὺς τοὺς διακοσίους δὲν τοὺς ἐπιλέγει κἄν! Συμφωνῶ λοιπόν μὲ τὸν κ. Pinker ὅτι «οἱ τρελοί διοικοῦν τὴν ψυχιατρικὴ κλινική», ἀλλὰ αὐτὸ δὲν σημαίνει πὼς οἱ τρελοὶ δὲν ἀσκοῦν ἐξουσία.
Σὲ μία πρόσφατη ἀνάρτησι στὸ LinkedIn, κάποιος παρέθεσε ἕνα ἄρθρο τῶν Financial Times ποὺ ἀναφέρει πὼς ἡ Γαλλία ἐναντιώνεται στὴν «ἀγγλικοποίησι» τῶν συζητήσεων τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης γύρω ἀπὸ τὸ ἐμπόριο (μία κίνησι ποὺ σίγουρα θὰ ἐνέτεινε τὸ Σύνδρομο τῆς Ἀγγλοπαθείας). Ὁ κύριος ποὺ τὸ ἀνήρτησε ἐπέκρινε ἔντονα αὐτὴν τὴν ἄποψι. Ὑποστήριξε πὼς: «Αὐτὸ εἶναι ἁπλῶς χαζὸ καὶ κουραστικό. Ἡ Εὐρώπη δὲν εἶναι σοβαρὴ σχετικὰ μὲ τὴν ἀνταγωνιστικότητά της [...] Μεμονωμένες χῶρες συνεχίζουν νὰ θέτουν τὰ δικά τους συμφέροντα πάνω ἀπὸ αὐτὰ τοῦ συνόλου.»
Αὐτὸς ὁ κύριος μᾶλλον ἀγνοεῖ πολλὲς διαστάσεις τοῦ ζητήματος. Πρῶτον, διατυπώνει ἔκκλησι πρὸς μία ἀνωτάτη ἐξουσία νὰ πάρῃ τὰ ἠνία καὶ «ἐπὶ τέλους» νὰ ἰσοπεδώσῃ γλωσσικὰ ὁλόκληρη τὴν Εὐρώπη. Πρέπει νὰ εἴμαστε προσεκτικοὶ μὲ αὐτὰ τὰ παρακάλια πρὸς τὴν ἐξουσία, διότι μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθοῦν! Ἄς μὴν ξεχνοῦμε πὼς στὴν Ἑλλάδα τὸ πολυτονικό κατηργήθη μὲ νόμο, δηλαδὴ ἄκρως ἐξουσιαστικά. Ὄχι γιατὶ ὑπάρχει κάτι ἀξιωματικὰ κακὸ μὲ τοὺς νόμους, ἀλλὰ γιατὶ δὲν ὑπάρχει δημοκρατία. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἄς ἔχουμε στὸ μυαλό μας πὼς ὅταν σοῦ ἐπιβάλλονται, εἶναι δύσκολο νὰ ἀποβάλλῃς.
Δεύτερον, ἄν ἡ πλειοψηφία τῆς Εὐρώπης μιλοῦσε Ἀγγλικά ὡς τὴν μητρική της γλῶσσα, τότε θὰ κάναμε ἄλλη συζήτησι. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ γίνῃ στὸ μέλλον, διότι πράγματι μὲ ὅρους κόστους/ὀφέλους, ἡ ἐπιβολὴ τῶν Ἀγγλικῶν ὡς ἐθνικῆς γλώσσας κερδίζει κατὰ κράτος, καὶ λίγοι σήμερα ἀντιμετωπίζουν τὴν γλῶσσα ὡς κάτι πέρα ἀπὸ ἐργαλεῖο. Ὅμως γιὰ τὴν ὥρα οἱ διαφορετικὲς χῶρες μιλοῦν διαφορετικὲς γλῶσσες. Ἡ Εὐρώπη δηλαδή, σὲ ἀντίθεσι μὲ τὴν Ἀμερική, εἶναι «πολλά», εἶναι ποικιλόμορφη, εἶναι στοιχειωδῶς ἀνομοιογενής. Ὑπάρχει ἡ κοινωνικὴ μεσότης γιὰ τὴν ὁποία μιλοῦσε ἐμμέσως ὁ Ἀριστοτέλης. Κάποιοι σὰν αὐτὸν τὸν κύριο ποὺ ἔκανε τὴν ἀνάρτησι μπορεῖ νὰ ὀνειρεύονται τὴν κατίσχυσι τῆς Ἀμερικανικῆς Διεθνοῦς σὲ ὅλη τὴν ὑφήλιο, τὴν ἐξάλειψι τοῦ ἐθνικοῦ χαρακτῆρα, καὶ τὴν ἀπάρνησι τῆς ἱστορίας. Γιὰ τὴν ὥρα ὅμως, αὐτὴ ἡ δυστοπία εἶναι κάπως μακρινή.
Θυμίζω ὅτι ἡ προτροπὴ πρὸς μία κοινὴ εὐρωπαϊκὴ γλῶσσα ἦτο μία ἰδέα προσφιλὴς καὶ στὸν Anthony Burgess. Ὡστόσο, ὁ Burgess στόχευε πρὸς μία βαθιὰ ἑνοποίησι τῆς Εὐρώπης μέσῳ τῆς ἐπιστροφῆς τῶν λαῶν στὶς ρίζες τους, τὶς ὁποῖες ἀναζήτησε στὰ Λατινικά. Δὲν πρότεινε μία ἐπιφανειακὴ, ἐπιβεβλημένη ἑνοποίησι μέσῳ τῶν Ἀγγλικῶν, ἡ ὁποία στὴν τελικὴ μᾶλλον θὰ ὁδηγήσῃ σὲ ἠχηρὴ ἀντίδρασι. Ὁ Burgess ἦτο καὶ γιὰ ἕναν ἄλλο λόγο κατὰ τῆς θέσπισης τῶν Ἀγγλικῶν ὡς κοινῆς γλώσσας: δίνουν τὸ πλεονέκτημα σὲ αὐτοὺς ποὺ τὰ ἔχουν ὡς μητρική τους γλῶσσα! Τὰ Λατινικά, ἀντιθέτως, δὲν τὰ μιλᾶ κανείς. Εἶναι τόπος κοινῆς ἀγνοίας, χωρὶς ὅμως νὰ εἶναι ξενόφερτα. Μὲ λίγα λόγια, τὰ Λατινικὰ ἀνήκουν ταυτόχρονα σὲ ὅλους καὶ σὲ κανέναν. Ὅλα αὐτὰ φυσικὰ δὲν ἐφαρμόζουν σὲ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες, ὅμως ἄν ξεκινήσουμε ἀπὸ τὶς ἴδιες παραδοχὲς μὲ τὸν Burgess, νομίζω θὰ προτιμήσουμε τὰ Λατινικὰ ἀπὸ τὰ Ἀγγλικά.
Ἀς ξεκαθαρίσω πὼς δὲν εἶμαι σὲ θέσι νὰ δίνω συμβουλές. Ἡ συγκεκριμένη ἑνότητα περιέχει ἕνα μοτίβο σὲ δεύτερο ἑνικὸ πρόσωπο: «κάνε τὸ Χ». Στὴν πραγματικότητα αὐτὲς οἱ φαινομενικὲς προσταγὲς δὲν εἶναι παρὰ προσωπικοὶ στοχασμοί, διότι συνολικὰ αὐτὴ ἡ ἑνότητα εἶναι μία προσωπικὴ κατάθεσι. Ἐπίσης, ὅπως δὲν μὲ θεωρῶ ἄξιο νὰ δίνω συμβουλές, ἔτσι δὲν θεωρῶ πὼς ἡ δική μου γνώμη κατέχει κάποια ἐξέχουσα θέσι. Ἁπλῶς ὅπως οἱ ὀπτικὲς διαφόρων συνανθρώπων μας μᾶς φέρνουν κοντὰ καὶ διευρύνουν τοὺς ὁρίζοντές μας, ἔτσι ἐλπίζω νὰ δράσῃ καὶ ἡ δική μου κατάθεσι. Ἐλπίζω προσέτι νὰ ἐνθαρρύνῃ κι ἄλλους νὰ καταθέσουν καὶ ἐκεῖνοι τὶς ἀπόψεις τους. Τέλος, θὰ πρέπῃ νὰ ἀναφέρω πὼς μέρος τῆς κατάθεσης ἔχει γίνει σὲ προηγούμενα ἄρθρα [1], [2], [3]. Ἄν καὶ κάποιες ἀπόψεις μου ἔχουν ἀλλάξει ἐλαφρῶς, δὲν θὰ σᾶς κουράσω ἐδῶ ἐπαναλαμβάνοντας τὸ περιεχόμενο ἐκείνων τῶν ἄρθρων.
Πρῶτα ἀπ’ ὅλα, λοιπόν, ὁ καθεὶς ἄς γράφῃ ἐλεύθερα! Αὐτὸ ἐπεκτείνεται πέρα ἀπὸ τὴν τυποποιημένη γραφή. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει κοινωνικὴ ἐλευθερία, δὲν ἔχεις ἐπιλέξει ἐσὺ, ἐγώ, ἢ ἡ κοινωνία ἐλεύθερα ποιὰ εἶναι ἡ γλῶσσα μας. Ἄρα, γιὰ νὰ περισώσουμε ὅ,τι ἔχει ἀπομείνει ἀπὸ τὴν ἐλευθερία μας, ἄς γράφουμε ἐλεύθερα.
Δεύτερον, ἔχε στὸ μυαλό σου ποιὸς εἶναι ὁ σκοπός τοῦ κειμένου. Ἄν βλέπῃς τὸ κείμενό σου ὡς ἁπλῶς μία χρῆσι ἐργαλείου γιὰ νὰ ἐπικοινωνήσῃς ἕνα μήνυμα, τότε μπορεῖς π.χ. νὰ πετᾶς ἀγγλικὲς λέξεις. Ἀναλογίσου ὅμως πὼς ἡ γλῶσσα ἴσως νὰ μὴν εἶναι μόνο ἕνα ἐργαλεῖο. Ἴσως νὰ εἶναι καί μία ἀξία· μία ἀξία τὴν ὁποία τὸ κείμενό σου θέλεις νὰ ὑπηρετῇ. Λόγου χάριν σὲ ἐμένα κανένα κείμενο δὲν ἔρχεται ἀποκλειστικὰ στὴν γλῶσσα ποὺ δημοσιεύεται, οὔτε κἂν στὰ Ἑλληνικά. Γενικῶς ὁ λόγος μου δὲν κάνει τὴν ἐμφάνισί του στὸ συνειδητὸ μου σὲ μία μόνο γλῶσσα. Ἔρχεται σε περίπου 3 + κάτι γλῶσσες: Ἑλληνικά, Ἀγγλικά, Γαλλικά, καὶ κάτι λίγα Γερμανικά. Οἱ προσωπικές μου σημειώσεις γιὰ παράδειγμα, ποὺ ἁπλῶς ἐργαλειοποιοῦν τὴν γλῶσσα, εἶναι ἕνα τουρλουμποῦκι αὐτῶν τῶν 4 γλωσσῶν. Ἄν εἶχα τὴν ὑπομονὴ νὰ μάθω στενογραφία, δηλαδὴ τὴν ἀπόλυτη ἐργαλειοποίησι τῆς γλώσσας, θὰ χρησιμοποιοῦσα κάποιο σύστημα στενογραφίας. Πάντως κράτα στὸ μυαλό σου πὼς ἄν τὸ κείμενο ἔβγαινε σὲ αὐτὸ τὸ τουρλουμποῦκι, θὰ ἦτο καὶ πιὸ αὐθόρμητο, ἀλλὰ κυρίως πιὸ σημασιολογικὰ ἀκριβές (μὲ τὴν ἔννοια τοῦ «precise» καὶ ὄχι τοῦ «accurate»). Αὐτὸ εἶναι ἀναπόφευκτο ἐπειδὴ σὲ πολλὲς περιπτώσεις μία λέξι ἢ φράσι πολὺ ἁπλὰ δὲν μπορεῖ νὰ μεταφρασθῇ 100% ἀναλλοίωτα σὲ μία ἄλλη γλῶσσα. Τὸ πρόβλημα μπορεῖ νὰ τὸ δημιουργοῦν ἕνα σωρὸ παράγοντες: ἡ σημασία, ἡ συμπαραδηλώσεις, τὸ ἠχόχρωμα, κ.α. Προφανῶς ἄν ὅταν γράφῃς Γαλλικὰ στὴν πραγματικότητα σκέφτεσαι Ἑλληνικὰ καὶ τὰ μεταφράζῃς σὲ Γαλλικά, τότε δὲν ὑπάρχει πρόβλημα. Οὐσιαστικὰ ὅλα εἶναι Ἑλληνικά. Ἀλλὰ τότε δὲν ὑπάρχει κάτι ποὺ ἔρχεται αὐθορμήτως σὲ ἄλλη γλῶσσα. Τό πρόβλημα λοιπὸν ἀνακύπτει μόνο ὅταν μέρος τῆς σκέψης σου γίνεται πρωτογενῶς στὰ Ἀγγλικά, στὰ Γαλλικά, κλπ. Αὐτὸ βιώνω ἐγὼ καὶ εἶμαι σίγουρος κι ἄλλοι. Ἰδιαίτερα δὲ ὅταν πρόκειται γιὰ θεματολογία σχετικὰ μὲ τὴν ἔρευνά μου, τὰ Ἀγγλικὰ κατακλύζουν τὸ μυαλό μου. Ἄν πρέπῃ νὰ μιλήσω στὰ Ἑλληνικά, κάνω μετάφρασι ζωντανά. Κι ὅμως, ἄν τὸ κείμενο ἢ ἡ ὀμιλία εἶναι στὰ Ἑλληνικά, τὸ θεωρῶ καθῆκον μου – καὶ τὸ ἐπιλέγω ἐλεύθερα, γιὰ νὰ παραπέμψω στὸν Kant – νὰ ὑπηρετήσω αὐτὴν τὴν γλῶσσα. Κι αὐτὸ ἰσχύει γιὰ κάθε γλῶσσα, ὄχι μόνο γιὰ τὴν μητρική μου. Διότι ἡ γλῶσσα ὡς ἀξία στὴν ὁποία ἀναφέρομαι δὲν εἶναι μία συγκεκριμένη γλῶσσα, ἀλλὰ ἡ γλῶσσα ὡς ἔννοια.
Γιὰ νὰ ἔρθουμε στὰ καθ’ ἡμᾶς: πῶς ὑπηρετεῖς τὰ Ἑλληνικά; Κατ’ ἐμέ, πρῶτα ἀπ’ ὅλα μίλα ὅπως θέλῃς νὰ ἀκούγεται ἡ γλῶσσα. Τί θεωρεῖς γλωσσικὴ ἁρμονία καὶ δυσαρμονία; Ὑπηρέτησέ την. Ἄν δὲν ξέρῃς, ἀρχικὰ καλλιέργησε ἔλλογα μία αἰσθητικὴ καὶ ὕστερα ὑπηρέτησέ την (ἐγὼ ἀκόμα προσπαθῶ νὰ καλλιεργήσω τὴν δική μου). Ἡ γραφὴ εἶναι ἀκόμη πιὸ σημαντική. Ἡ γραφὴ δὲν εἶναι κάτι ἐφήμερο⋅ μένει παρακαταθήκη στοὺς ἑπομένους, καὶ τώρα δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς καὶ στὰ γλωσσικὰ μοντέλα. Ὁ ἴδιος κανόνας ὅμως ἰσχύει καὶ ἐδῶ: ὑπηρέτησε τὸν γραπτὸ λόγο μὲ βάσι τὸ πῶς πιστεύεις ὅτι τὸν ἀναδεικνύεις μὲ τὸν καλύτερο τρόπο.
Τέλος, γιὰ ἐμένα εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπηρετήσῃς μία γλῶσσα ἄν δὲν ὑπηρετῇς τὴν ἱστορία της, παρ’ ὁλο ποὺ ὅπως θίξαμε πρίν, ἡ ἱστορία τῆς γλώσσας εἶναι ἐν μέρει αὐθαίρετη. Κι ἡ οἰκογένειά μας ὅμως εἶναι ἐν μέρει αὐθαίρετη. Γιατί εἶναι αὐτὸς ὁ πατέρας σου καὶ ὄχι κάποιος ἄλλος; Ἡ ἀπάντησι εἶναι ἐν μέρει αὐθαίρετη... Ἡ ἱστορία λοιπὸν εἶναι σημαντικὴ διότι δὲν εἴμαστε ὄντα παγιδευμένα στὸ παρόν. Τὸ εἶναι μας ἐπεκτείνεται χρονικά.
Ἰδιαίτερα λοιπὸν ὅταν μιλᾶμε γιὰ τὰ Ἑλληνικά, τότε ἡ γλῶσσα γίνεται ἕνα ταξίδι χιλιάδων ἐτῶν στὸν χρόνο⋅ μία συλλογικὴ δραστηριότητα ἡ ὁποία δὲν ἐκτείνεται μόνο στὸν χῶρο τοῦ παρόντος, ἀλλὰ ἀγγίζει καὶ τὴν τετάρτη διάστασι τοῦ χρόνου. Δὲν ξέρω ἄν συμφωνῇς μαζί μου πὼς τὸ πολυτονικό εἶναι ἀναπόσπαστο συστατικὸ μίας τέτοιας ὀπτικῆς. Ὅ,τι καὶ νὰ ἐπιλέξῃς ὅμως, σὲ παρακαλῶ νὰ μὴν τὸ ἐπιλέξῃς στὴν βάσι κάποιου νόμου ποὺ κάποιος ψήφισε 30 χρόνια πρὶν, στὸν ὁποῖο οὔτε ἐσὺ οὔτε ἡ τότε κοινωνία δὲν εἴχατε κανέναν λόγο. Κι ἄν ἐπιλέξῃς τὸ πολυτονικό, ἢ νὰ γράφῃς «μέτωπο» καὶ ὄχι «μαίτοπω», μὴν τoὺς ἀπονείμῃς τὸν τίτλο τοῦ δερβέναγα. Εἶδες πρωτύτερα πὼς χρησιμοποίησα τὴν λέξι «μπόρηγαν». Ἔτσι τὸ ἔλεγαν οἱ γιαγιάδες μου καὶ οἱ παπποῦδες μου. Μοῦ ἀρέσει νὰ τὸ ἀκούω καὶ νὰ τὸ βλέπω, καὶ θεωρῶ πὼς δὲν προδίδω τὸ καθῆκον μου. Ἀντιθέτως, τὸ καθῆκον μου θὰ τὸ πρόδιδα ἄν ἐπέλεγα νὰ μὴν χρησιμοποιήσω αὐτὴν τὴν λέξι ἐπειδὴ κάποιος καθαρευουσιάνος κάποτε πρὶν ποιὸς ξέρει πόσα χρόνια ἀποφάσισε πὼς εἶναι «λάθος». Τὸ πολυτονικὸ καὶ τὸ κάθε ὑποσύστημα τῆς γλώσσας δὲν εἶναι κανονιστικό. Δὲν εἶναι ἐκεῖ γιὰ νὰ σὲ ἐξουσιάζῃ, ἀσχέτως ἄν αὐτὸ πιστεύουν πολλοί. Δὲν μπορεῖ νὰ σὲ ἐξουσιάσῃ διότι εἶναι ἁπλῶς μία ἔννοια, ἐνῷ ἡ ἐξουσία χρειάζεται δράστη καὶ ὑποκείμενο ἐξουσίας. Ἑπομένως, ἡ μία περίπτωσι εἶναι νὰ λειτουργῇ ἐνδογενῶς, ὅταν αὐθυποβάλλῃς ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό σου σέ κάποια φανταστικὴ ἐξουσία. Πιὸ συχνά βεβαίως, λειτουργεῖ ἐξογενῶς μέσῳ τῆς ἰσχύος κάποιου ἄλλου. Ὅλα αὐτὰ τὰ καλούδια ποὺ μᾶς προσφέρει ἡ γλῶσσα μας δὲν εἶναι φύσει ἐξουσιαστικὰ ὄργανα. Εἶναι ἐκεῖ μονάχα γιὰ νὰ θέσῃς ἑαυτὸν ἐντὸς κοινωνικοῦ συνόλου στὶς 4 διαστάσεις τοῦ κόσμου ποὺ μᾶς περιβάλλει. Τὰ περαιτέρω εἶναι μαρτυρίες ἀνελευθερίας.
Εἶναι δύσκολο νὰ σβήσῃς τὴν γλωσσικὴ ἱστορία, ἀκόμα καὶ ἄν οἱ «ἄξιοι» κληρονόμοι της – ἄς εἶναι ἐξ ἀδιαθέτου – τὴν ἔχουν ἐξαλείψει ἀπὸ τὰ σημαινόμενά «τους». Καὶ εἰ μηδὲν μέλει κληρονόμοις κληρονομίας. Γι’ αὐτὸ ἐνῷ στὰ Ἑλληνικὰ οἱ περισσότεροι γράφουν τώρα πιὰ «έμφαση», στὰ Ἀγγλικὰ γράφουν ἀκόμα «emphasis» καὶ ὄχι «emphase». Γι’ αὐτὸ ἐνῷ στὰ Ἑλληνικὰ οἱ περισσότεροι γράφουν τώρα πιὰ «Ηράκλειτος», στὰ Γαλλικὰ γράφουν «Heraclite» καὶ ὄχι «Eraclite»· κι ἄς μὴν λένε «Heraclite». Γι’ αὐτὸ ἐνῷ στὰ Ἑλληνικὰ οἱ περισσότεροι γράφουν τώρα πιὰ «ιστορία», στὰ Γερμανικὰ γράφουν «Historie» καὶ τὸ λένε κιόλας. Κι ἄς μὴν ξέρουν ἐκεῖνοι οἱ μὴ ἑλληνόφωνες φιλέλληνες γιατί τὰ λένε καὶ τὰ γράφουν αὐτά.