Μία εικόνα με τον Δημήτρη
        Γληνὸ και το κείμενο 'Προς μία Φιλοσοφία Γλωσσικής Προόδου'
Ἡ εἰκόνα τοῦ Δημητρίου Γληνοῦ προέρχεται ἀπὸ τὸ Wikimedia Commons

26 Ἰουνίου 2026

Ἡ γλῶσσα ἀναπόφευκτα προοδεύει καὶ πρέπει νὰ προοδεύει διότι σὰν ἀνθρωπότητα δημιουργοῦμε νέες ἔννοιες, κι ἔτσι χρειαζόμαστε νέα σημαίνοντα γιὰ αὐτὲς τὶς ἔννοιες. Ἔτσι, εἶμαι θερμὸς ὑποστηρικτὴς τῆς γλωσσικῆς προόδου. Τὸ γεγονὸς πὼς ὑποστηρίζω ἐγὼ αὐτὴν τὴν ἄποψι μπορεῖ νὰ φαίνεται ἀντιφατικὸ καθὼς ὑποστηρίζω καὶ τὸ πολυτονικό. Αὐτὸ εἶναι ἐξαιρετικὰ στενάχωρο, ἀλλὰ ὅπως ἔγραψα σὲ προηγούμενο ἄρθρο, δυστυχῶς τὸ πολυτονικὸ ἔχει συνδεθῆ μὲ συντηρητικοὺς, ἀκροδεξιούς, «λογίους» καὶ «διανοουμένους» τῆς κακιᾶς ὥρας, ἤ διάφορα εἴδη ἀναχρονιστικῶν καὶ ἀντιδραστικῶν στοιχείων.1 Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν – καὶ ἰδίως οἱ γλωσσαμύντορες – ἐναντιώθηκαν ὁμόφωνα στὴν ἰδέα τῆς προόδου τῆς γλώσσας, κι ἔτσι ἔχει μείνει μία «ρετσινιά» στὸ πολυτονικό, παρ’ ὅλο ποὺ δὲν ὑπάρχει στὸ πολυτονικὸ κάτι ποὺ ἐναντιώνεται κατ’ ἀρχὴν στὴν πρόοδο.

Σὲ αὐτὸ τὸ ἄρθρο, θὰ εἰσάγω μία φιλοσοφία γλωσσικῆς προόδου. Πρὶν ὅμως φτάσουμε ἐκεῖ, καλὸ εἶναι νὰ ξεκινήσουμε μὲ μία ἀνάλυσι τοῦ τί συνιστᾶ καὶ τί δὲν συνιστᾶ πρόοδο γενικά.


Ἀλλαγή ⇏ Πρόοδος

Νομίζω πῶς ὁ καλύτερος τρόπος νὰ κατανοήσουμε τὴν πρόοδο εἶναι νὰ τὴν ἀντιπαραβάλλουμε μὲ τὴν ἀλλαγή. Αὐτοὶ οἱ δύο ὅροι χρησιμοποιοῦνται πολλὲς φορὲς ὡς συνώνυμα, γεγονὸς ποὺ θεωρῶ ὅτι πλήττει τὴν ἀκρίβεια τοῦ λόγου μας. Ἐννοεῖται πὼς μὲ βάσι τὶς σημασίες αὐτῶν τῶν λέξεων, ἡ πρόοδος καὶ ἡ ἀλλαγὴ δὲν εἶναι ταυτόσημες ἔννοιες! Ἡ πρόοδος προϋποθέτει τὴν ἀλλαγή, ἀλλὰ ἀπαιτεῖ καὶ κάτι ἀκόμα. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ ἀλλαγὴ εἶναι ἀναγκαία ἀλλὰ ὄχι ἱκανὴ συνθήκη γιὰ τὴν πρόοδο. Τί παραπάνω χρειάζεται ἡ ἀλλαγὴ γιὰ νὰ συνιστᾶ πρόοδο; Τὴν βελτίωσι. Συνεπῶς, τὸ ὅτι ὁ κόσμος ἀλλάζει, δὲν συνεπάγεται ὅτι προοδεύει! Γιὰ νὰ ἰσχυρισθοῦμε πὼς βιώνουμε μία πρόοδο σὲ κάποια συγκεκριμένη διάστασι τῆς κοινωνίας, θὰ πρέπῃ νὰ ἀντιπαραβάλλουμε τὸ παρὸν μὲ τὸ παρελθὸν καὶ νὰ καταλήξουμε πὼς τοὐλάχιστον σὲ ἐτούτη τὴν διάστασι ὁ κόσμος εἶναι καλύτερος.

Αὐτὴ ἡ σύγχυσι ἐννοιῶν καὶ λέξεων μεταξὺ ἀλλαγῆς καὶ προόδου ἐμφανίζεται κυρίως σὲ αὐτὸν τὸν χῶρο ποὺ ὀνομάζω «Προοδευτικὸ» – μὲ κεφαλαῖο «Π» – τὸν ὁποῖο ὀνομάζω ἔτσι ἀκριβῶς ἐπειδὴ ταυτίζει τὴν πρόοδο μὲ τὴν ἀλλαγή (ὁ συντηρητικὸς χῶρος φαίνεται ἁπλῶς νὰ ἐναντιώνεται σύσσωμος καὶ στὰ δύο). Θεωρῶ αὐτὴν τὴν διάκρισι θεμελιώδη, κι αὐτὸ διότι ἄν ἐπικρατήσῃ αὐτὴ ἡ σύγχυσι, τότε ἀναπόφευκτα προκαλοῦνται πολλὲς ἄλλες ἀτυχεῖς συγχύσεις ἐννοιῶν. Ἐν προκειμένῳ, ἡ λέξι «προοδευτικός» καταλήγει νὰ ἀναφέρεται σὲ ἕναν συμφυρμό ἐννοιῶν οἱ ὁποῖες εἶναι κατ’ ἀρχήν καὶ ἐκ βάθρων ἀσύμβατες. Ὡς ἐκ τούτου, οἱ συζητήσεις μας καταλήγουν νὰ μὴν βγάζουν νόημα καὶ νὰ μὴν συνεννοούμεθα.

Ὁρμώμενος λοιπόν ἀπὸ τὴν προαναφερθεῖσα διάκρισι μεταξὺ προόδου καὶ ἀλλαγῆς, προχωρῶ στὴν ἀναίρεσι μίας ἄλλης καίριας διάκρισης δύο ἐννοιῶν. Γιὰ νὰ τὴν ἐξηγήσω, θὰ τὴν φέρω στὸ πεδίο τῆς γλώσσας ὁρίζοντας δύο ξεχωριστὲς λέξεις, μία γιὰ κάθε ἔννοια.

Ἔτσι, πρῶτα ὁρίζω τὸν ὅρο «προοδευτικός» ὡς ἕνα ἐπίθετο τὸ ὁποῖο προσιδιάζει σὲ κάποιον ποὺ ὑποστηρίζει καὶ προωθεῖ τὴν πρόοδο ὅπως αὐτὴ ὁρίστηκε παραπάνω, δηλαδὴ ἀλλαγὴ ἡ ὁποία συνιστᾶ βελτίωσι. Μὲ αὐτὴν τὴν προκειμένη, στὸν προοδευτικὸ ἄνθρωπο ἐπιτρέπεται νὰ ἐναντιώνεται στὴν ἀλλαγὴ ὅταν αὐτὴ συνιστᾶ ὑποβάθμισι. Μάλιστα, αὐτὸ ὄχι ἁπλῶς ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο τὸ καθῆκον του ἀπέναντι στὴν πρόοδο τὸν προστάζει νὰ κάνῃ.

Ἀντιθέτως, μὲ τὸν ὅρο «Προοδευτικός» ὁρίζω ἕνα κύριο ὄνομα τὸ ὁποῖο προσιδιάζει σὲ ἐκείνους ποὺ ὑποστηρίζουν κάθε ἀλλαγή, ἀσχέτως ἄν αὐτὴ συνιστᾶ πρόοδο ἢ ὄχι. Συνεπῶς, ἐνῷ συχνὰ οἱ Προοδευτικοὶ αὐτοπροσδιορίζονται ὡς προοδευτικοί, στὴν πρᾶξι δὲν εἶναι. Ἐφ’ ὅσον οἱ Προοδευτικοὶ ὑποστηρίζουν κάθε ἀλλαγή, τότε στὴν πρᾶξι ἀναπόφευκτα θὰ καταλήξουν νὰ ὑποστηρίξουν καὶ ἀλλαγὲς ποὺ συνιστοῦν ὑποβάθμισι, στὶς ὁποῖες ἐξ’ ὁρισμοῦ ὁ προοδευτικὸς ἐναντιώνεται. Μὲ ἄλλα λόγια, ὁ Προοδευτικὸς εἶναι προοδευτικὸς μόνο ὑπὸ τὴν προϋπόθεσι ὅτι κάθε ἀλλαγὴ συνιστᾶ καὶ πρόοδο. Στὴν πρᾶξι ὅμως αὐτὸ δὲν συμβαίνει, παρ’ ὅλο ποὺ αὐτὸ πιστεύουν συνήθως οἱ Προοδευτικοὶ. Ὑπὸ αὐτὴ τὴν ὀπτική, ὁ χῶρος τὸν Προοδευτικῶν θὰ μποροῦσε νὰ παρομοιαστῇ μὲ μία θρησκεία.

Ἀξίζει νὰ σημειώσουμε πὼς γιὰ αὐτὸ τὸ ἄρθρο, ὅπως καὶ στὶς περισσότερες συζητήσεις, δὲν χρειάζεται νὰ εἰσάγουμε τὸν ὅρο «Συντηρητικός» μὲ κεφαλαῖο «Σ», ἀφοῦ οἱ αὐτοπριοσδιοριζόμενοι ὡς συντηρητικοὶ σχεδὸν πάντα εἶναι κιόλας. Παρὰ ταῦτα, φρόνιμο εἶναι νὰ ὁρίσω πῶς χρησιμοποιῶ τὸν ὅρο «συντηρητικός» γιὰ λόγους σαφηνείας. Ὁρίζω λοιπὸν τὸν συντηρητικὸ ὡς αὐτὸν ποὺ ἐναντιώνεται κατηγορηματικὰ στὴν ἀλλαγή καὶ κατὰ συνέπεια σὲ ὁποιαδήποτε ἀλλαγή.2

Περὶ Κυρίων Ὀνομάτων

Nομίζω ἀξίζει μία συνοπτικὴ ἀνάλυσι πάνω στὰ κύρια ὀνόματα. Γενικῶς, ἕνα κύριο ὄνομα δὲν περιέχει καμία ἀπολύτως ἔννοια. Ὁ μόνος του σκοπός εἶναι νὰ λειτουργῇ ὡς ἕνα στοιχεῖο ποὺ ἀναφέρεται σὲ κάποια ὀντότητα. Γιὰ παράδειγμα, ὅταν ἕνα παιδὶ γεννιέται, χρειάζεται νὰ ἔχουμε ἕναν τρόπο νὰ ἀναφερόμαστε σὲ αὐτό, κι ἔτσι τοῦ δίνουμε κάποιο ὄνομα. Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοια, ἕνα κύριο ὄνομα ὅπως τὸ «Χαρίλαος» εἶναι παρόμοιο μὲ ἕναν ἀριθμὸ πρωτοκόλλου ἢ ἕναν ἀριθμὸ μητρώου. Αὐτοὶ εἶναι ἁπλῶς ἀναγνωριστικοὶ ἀριθμοὶ ποὺ ἀναφέρονται στὸν τάδε ἄνθρωπο ἢ στὸ δεῖνα ἔγγραφο (συνήθως μὲ τὴν προϋπόθεσι ὅτι εἶναι μοναδικοί, δηλαδὴ ἕνας ἀριθμὸς ἀναφέρεται σὲ ἀκριβῶς μία ὀντότητα). Γιὰ λόγους ἁπλότητος, αὐτοὶ εἶναι συνήθως αὔξοντες ἀριθμοί, ἀλλὰ θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι τελείως τυχαῖοι. Οὐσιαστικά, ὁ κύριος λόγος ποὺ δὲν ὀνομάζουμε τὰ παιδιὰ μὲ τυχαῖες γραμματοσειρὲς ὅπως «293Η784Α7» εἶναι ἐπειδὴ δυσχεραίνουν τὴν ζωή μας.

Τώρα, τὸ κύριο ὄνομα «Προοδευτικοί» εἶναι κατ’ ἀρχήν ἴσο μὲ ἕνα κύριο ὄνομα ὅπως τὸ «Χαρίλαος», δηλαδὴ ἡ μόνη του λειτουργία εἶναι νὰ ἀναφέρεται σὲ ἕνα σύνολο ἀνθρώπων. Ὅθεν, θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τυχαῖο. Ὅπως λοιπὸν ὁ Χαρίλαος οὐσιαστικὰ ὀνομάστηκε τυχαῖα Χαρίλαος καὶ ὄχι ἐπειδὴ εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ λαοῦ (ἀντιστοίχως ἕνας Παππᾶς δὲν εἶναι ἀπαραιτήτως παππᾶς), ἔτσι καὶ ὁ Προοδευτικὸς δὲν εἶναι προοδευτικός. Ἡ διαφορὰ μὲ τὸν κάθε Χαρίλαο, ὁ ὁποῖος θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἡ χαρὰ τοῦ λαοῦ, εἶναι πὼς ὁ Προοδευτικὸς ὁρίζεται ὥστε ἀπαραιτήτως νὰ μὴν εἶναι προοδευτικός.

Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοια, τὸ κύριο ὄνομα «Προοδευτικός» εἶναι ἐλαφρῶς διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ κύριο ὄνομα «Χαρίλαος». Μὲ βάσι ὅσα εἴπαμε, τὸ κύριο ὄνομα «Προοδευτικός» θὰ μποροῦσε θεωρητικὰ νὰ εἶναι ὁποιοδήποτε ἄλλο ὄνομα, ὅπως στὸν κάθε Χαρίλαο θὰ μποροῦσε νὰ δοθῇ ὁποιοδήποτε ἄλλο ὄνομα μιᾶς καὶ ἕνα ἀνθρώπινο ὄνομα εἶναι ἄσχετο μὲ τὶς ἰδιότητες ἢ τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ ἀνθρώπου στὸν ὁποῖο ἀναφέρεται. Ἐν τούτοις, τὸ κύριο ὄνομα «Προοδευτικός» δὲν εἶναι τυχαῖο. Περιέχει μία ἔμμεση ἀναφορὰ σὲ κάποιον ὑπάρχοντα ὅρο⋅ στὴν συγκεκριμένη περίπτωσι, στὸν ὅρο «προοδευτικός». Δεδομένου αὐτοῦ, κάποιος θὰ μποροῦσε εὔλογα νὰ μοῦ ἀσκήσῃ κριτικὴ πὼς ἡ ἐπιλογὴ τοῦ κυρίου ὀνόματος «Προοδευτικός» εἶναι κάκιστη ἀφοῦ φαίνεται σὰν σχεδὸν ταυτόσημο μὲ τὸν «προοδευτικό» ἀλλὰ εἶναι σχεδὸν τὸ ἀντίθετο. Ὅμως ἐγὼ τὴν θεωρῶ καλὴ ἐπιλογὴ ἀκριβῶς γιὰ αὐτὸν τὸν λόγο, ἐπειδὴ ὁ ὁρισμὸς τοῦ Προοδευτικοῦ ἐμπλέκει τὴν ἔννοια τοῦ αὐτοπροσδιοριμοῦ. Αὐτὴ ἡ ἀντίθεσι λοιπὸν ποὺ ἐντοπίζεται στὸ περιεχόμενο τοῦ ὁρισμοῦ – δηλαδὴ κάποιος αὐτοπροσδιορίζεται ἀλλὰ δὲν εἶναι προοδευτικός – ἀντανακλᾶται στὸ κύριο ὄνομα.

Ἐν κατακλεῖδι, κανένα κύριο ὄνομα δὲν ἔχει ἐννοιολογικὸ περιεχόμενο. Κάποια δὲν ἀναφέρονται σὲ καμία ἀπολύτως ἔννοια, ὅπως τὸ ὄνομα «Χαρίλαος». Κάποια κάνουν ἔμμεσον νύξη σὲ κάποιες ἔννοιες ἐπειδὴ ὁρίζονται μὲ τρόπο ποὺ ἀντιτίθεται πρὸς αὐτές ἢ τὶς ἀμφισβητεῖ. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ὑπάρχουν κύρια ὀνόματα ποὺ κάνουν ἔμμεσον νύξη, ἀλλὰ μὲ ὅρους ἐγγύτητος. Ἐπὶ παραδείγματι, ἕνας Λευκὸς συνήθως δὲν εἶναι λευκός,3 ἀλλὰ ὁ ὅρος δημιουργήθηκε γιατὶ σχετικὰ μὲ ἄλλες φυλές, εἶναι. Ἄρα, ἀντὶ νὰ φτιάξουμε ἕνα κύριο ὄνομα / ἀκρωνύμιο ὅπως «Σ.Κ.Ε.Σ.Κ.Ε.Α.Κ. = Συνήθως Κοντὰ στὸ Ἐκροὺ ἀλλὰ Συχνὰ Κόκκινος καὶ Ἐνίοτε Ἁπαλὸ Καφέ», λέμε «Λευκός». Μία ἑρμηνεία γιὰ αὐτὲς τὶς τελευταῖες δύο περιπτώσεις εἶναι πὼς ἀμφότερες οὐσιαστικὰ παίρνουν ἕναν ὑπάρχοντα ὅρο καὶ τοῦ ἀφαιροῦν τὸ νόημα.


Αὐτὴν τὴν σύμβασι δημιουργίας κυρίων ὀνομάτων τὴν δανείζομαι ἀπὸ τὸν W. Rapaport (δὲς ὑποσημείωσι 2, σελ. 2), ὁ ὁποῖος μιλᾶ ἐσκεμμένα γιὰ «Turing Test» καὶ ὄχι «Τuring test» ἐξ’ αἰτίας τοῦ ὅτι δὲν εἶναι ξεκάθαρο πὼς τὸ «Τuring Test» εἶναι πράγματι ἕνα test. Βέβαια, ἐγὼ χρησιμοποιῶ τὴν σύμβασι λίγο πιὸ αὐστηρὰ διότι ὁ παραπάνω ὁρισμὸς τῶν Προοδευτικῶν δὲν ὁρίζει πὼς δὲν εἶναι ἀπαραίτητα προοδευτικοὶ (στὴν ὁποία περίπτωσι θὰ ἔμενα ἀνοιχτὴ ἡ πιθανότητα νὰ εἶναι, ἀνάλογα τὴν περίπτωσι). Ἀπεναντίας, ὁρίζει κατηγορηματικὰ πὼς δὲν εἶναι προοδευτικοί.4

Ἐφοδιασμένοι λοιπόν μὲ αὐτοὺς τοὺς ὅρους καὶ ὁρισμούς, μποροῦμε ἤδη νὰ καταλήξουμε σὲ κάποια γενικά, ἐμπειρικὰ συμπεράσματα. Τὸ πρόβλημα λοιπόν γιὰ τοὺς Προοδευτικούς εἶναι πὼς συχνὰ δὲν μποροῦμε νὰ μετρήσουμε τὴν ἀλλαγή, ὁπότε βασικὰ δὲν μποροῦμε νὰ ξέρουμε ἄν ὑπῆρξε πρόοδος ἢ ὄχι. Ἀλλὰ ἐπειδὴ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἀκολουθοῦν πιστὰ καὶ ἐμμονικὰ τὸ ἀφήγημά τους πὼς ἡ ἀλλαγὴ συνιστᾶ πάντα πρόοδο, στὴν προσπάθειά τους νὰ μᾶς πείσουν, καταφεύγουν σὲ παραπλανητικὰ ἢ ἀνακριβῆ ἐργαλεῖα ὅπως ἡ διαίσθησι. Τὸ πρόβλημα γιὰ τοὺς συντηρητικοὺς ἀπὸ τὴν ἄλλη εἶναι πὼς συχνὰ μποροῦμε νὰ μετρήσουμε τὴν ἀλλαγὴ καὶ νὰ καταλήξουμε ὅσο πιὸ ἀντικειμενικὰ γίνεται πὼς πρόκειται γιὰ βελτίωσι. Ὅταν λοιπόν κάποιος παραθέτει ἀμέτρητα κι ἀδιάσειστα ποσοτικὰ τεκμήρια πὼς ὁ κόσμος βελτιώνεται – ὅπως ἔκανε ὁ Steven Pinker στὸ βιβλίο του Enlightenment Now – τότε πάει ἐνάντια στὸ ἀφήγημά τῶν συντηρητικῶν ποὺ θέλει τὸ παρελθὸν καλύτερο ἀπὸ τὸ μέλλον.


Συμπλήρωσε τὸ σωστό: Ὁ πολίτης, ἡ ___;

Ἂς μιλήσουμε ὅμως μὲ συγκεκριμένα παραδείγματα γιὰ νὰ καταλάβουμε πῶς κάποιος μπορεῖ νὰ εἶναι σκεπτικὸς καὶ πρὸς τὶς ἀπόψεις τῶν ζηλωτῶν τοῦ συντηρητισμοῦ καὶ σὲ αὐτὲς τῶν παρορμητικῶν Προοδευτικῶν. Στὰ Νέα Ἑλληνικὰ ἔχουμε τὴν λέξι «πολίτης», οἱ ὁποία – σύμφωνα μὲ ἀρκετὰ λεξικά – ἔχει μόνο ἀρσενικὸ γένος. Ὡστόσο – καὶ εὐτυχῶς – ὑπάρχουν πολῖτες ποὺ εἶναι γυναῖκες! Ἑπομένως, εὔλογο εἶναι νὰ θέλουμε καὶ μία μορφὴ θηλυκοῦ γένους αὐτῆς τῆς λέξης. Ἄς δοῦμε τώρα τί κατεύθυνσι ἀκολουθοῦν πολλοὶ συντηρητικοὶ καὶ Προοδευτικοί, καὶ γιατί διαφωνῶ καὶ μὲ τοὺς δύο. Ἐνδιαφέρον παρουσιάζει δὲ πὼς ἐνῷ καταλήγουν σὲ διαφορετικὰ συμπεράσματα, ἡ ἀφετηρία τους εἶναι ἴδια: ἡ ἡμιμάθεια ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἱστορία. Οἱ συντηρητικοὶ λοιπὸν ἐναντιώνονται στὴν καθιέρωσι τοῦ θηλυκοῦ γένους στὴν βάσι ὅτι «πάντα ἔτσι ἦτο, μόνο ἀρσενικό». Οἱ Προοδευτικοί ξεκινοῦν μὲ τὴν ἴδια παραδοχή – ὅτι πάντα ἔτσι ἦτο – ἀλλὰ ὡς λάτρεις τῆς ἀλλαγῆς, ὑποστηρίζουν πὼς πρέπει «νὰ ἀλλάξουμε τὰ πράγματα». Καὶ πῶς προορίζουν νὰ τὸ ἐπιτύχουν αὐτό; Εἰσάγωντας μία καινούργια μορφή, συνήθως τὴν μορφὴ «πολίτισσα», ἀγνοῶντας προφανῶς ὅτι αὐτὸς ὁ ὅρος ἀναφέρεται σὲ γυναῖκες μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴν Πόλη. Ἐποποιία! Εὐτυχῶς νὰ λέμε ποὺ δὲν τοὺς ἦρθε καμιὰ ἔμπνευσι νὰ προτείνουν τὴν «πολιτίνα» ἢ «πολιτέσα» κατά «δικηγορίνα» καί «δικηγορέσα».

Ἐν πάσῃ περιπτώσει, αὐτὸ ποὺ ἀγνοοῦν καὶ οἱ δύο παρατάξεις εἶναι πὼς στὴν πραγματικότητα ὄχι, δὲν ἦσαν πάντα ἔτσι τὰ πράγματα. Ἐν ἀγνοίᾳ πολλῶν, ἡ Ἀρχαία Ἀθήνα δὲν εἶχε μόνο πολῖτες ἀλλὰ καὶ πολίτιδες. Ὑπῆρχε λοιπόν ὁ ὅρος «πολίτης» γιὰ τὸ ἀρσενικὸ καὶ ὁ ὅρος «πολίτις» – μέ «ι» – γιὰ τὸ θηλυκό. Αὐτὴ δὲν ἦτο μία λεπτομέρεια γιὰ νὰ γεμίζουμε τὰ λεξικά. Ὁ Ἀριστοτέλης χρησιμοποιεῖ στὸ ἔργο του τὸ θηλυκὸ γένος πρῶτα ἀπὸ ὅλα σὰν ἔννοια ἀλλὰ καὶ τὴν ἴδια τὴν. Γιὰ παράδειγμα, στὸ χωρίο 3.1275β23 στὰ Πολιτικά ὁ Ἀριστοτέλης μᾶς λέει πώς:

Ὁρίζονται δὲ πρὸς τὴν χρῆσιν πολίτην τὸν ἐξ ἀμφοτέρων πολιτῶν καὶ μὴ θατέρου μόνον, οἷον πατρὸς ἢ μητρός[.]

Δηλαδή (ἑρμηνεία):

Στὴν πρᾶξι, πολίτης ὁρίζεται αὐτὸς τοῦ ὁποίου ἀμφότεροι οἱ γονεῖς – καὶ ὄχι μόνο ἕνας – εἶναι πολῖτες, δηλαδὴ εἴτε ἐκ πατρὸς εἴτε ἐκ μητρός.

Μάλιστα λίγο πιὸ κάτω, στὸ 1278α.27, μᾶς λέει ὅτι:

Ὁ γὰρ ἐκ πολίτιδος ἔν τισι δημοκρατίαις πολίτης ἐστίν[.]

Ἤτοι:

Σὲ κάποιες δημοκρατίες, ὁ γιὸς πολίτιδος πολίτης ἐστίν.

Μὲ ἄλλα λόγια, σὲ κάποιες δημοκρατίες ἀρκοῦσε νὰ εἶναι πολίτις μόνο ἡ μητέρα.

Γιὰ νὰ ἐπιστρέψουμε στὸ θέμα μας, γιατί πρέπει νὰ εἰσάγουμε μία καινούργια λέξι ἐνῷ ὑπάρχει ἤδη ἄκρως κατάλληλη λέξι στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα; Ἀντὶ νὰ εἰσάγουμε ξένο σῶμα, δὲν εἶναι καλύτερο – καὶ ἄρα προοδευτικό – νὰ ἐπαναφέρουμε σὲ κυκλοφορία ἕναν ὅρο ποὺ ἤδη ὑπάρχει; Ἄλλωστε αὐτὸ θὰ μᾶς ἐπανασυνέδεε μὲ τὴν ἱστορία μας.

Τὸ πρόβλημα ὅμως εἶναι πιὸ βαθύ, καθὼς πολλοὶ φοβοῦνται ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ἐπανασύνδεσι. Τελικὰ δηλαδή, οἱ αἰτίες ποὺ ἐξηγοῦν τέτοιες ἐπιλογὲς συχνὰ ἐντοπίζονται σὲ ἰδεοληψίες ποὺ ξεφεύγουν ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς γλώσσας. Ἂς ποῦμε ἐντάξει, ὅπως εἴπαμε, πολλοὶ ἁπλῶς ἀγνοοῦν τὴν ἱστορία. Ἀλλὰ ὑπάρχουν κι ἄλλοι – λίγοι – ποὺ τὴν γνωρίζουν. Λίγοι ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς λίγους – οἱ ὁποίοι ὅμως ἔχουν «κατακτήσει» θέσεις καὶ ἔχουν νὰ ἐπιδείξουν περγαμηνές – θέλουν νὰ σβήσουν τὴν ἱστορία γιατὶ δὲν ἐξυπηρετεῖ τὰ ἀφηγήματά τους. Ἄν κάποιος λ.χ. ἔχῃ χτίσει τὴν καριέρα του στὸν κόσμο τῆς (ψευτο)διανόησης πάνω σὲ μία κριτικὴ ἡ ὁποία βασίζεται σὲ μία ὑπεραπλουστευμένη ἑρμηνεία τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδος, ἀναμενόμενο εἶναι νὰ μὴν θέλῃ νὰ γίνουν γνωστὲς ἀλήθειες ποὺ καταδεικνύουν πὼς αὐτὸ τὸ κτίσμα ἔχει σαθρὰ θεμέλια.

Ἑπομένως, ἄν γιὰ παράδειγμα μπαίνῃ κανεὶς στὰ ἀμφιθέατρα γιὰ νὰ προπαγανδίσῃ πώς «στὴν Ἀρχαία Ἀθήνα οἱ γυναῖκες ἦσαν σὰν τοὺς δούλους» ἢ ὅτι «ὅλη ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία ἀγνοοῦσε τὴν γυναῖκα ὡς πολιτικὸ ὄν», πῶς θὰ συγκεράσῃ αὐτὲς τὶς δηλώσεις μὲ τὸ ὅτι ὁ Ἀριστοτέλης ἔγραφε γιὰ τὶς πολίτιδες; Ἴσως βέβαια νὰ φοβοῦνται πὼς ἄν αὐτὸ μαθευτῇ, τότε ὅλα τὰ «ἀνοιχτόμυαλα» στοιχεῖα μπορεῖ νὰ ἀρχίσουν ἀπὸ τὴν μεριά τους νὰ προπαγανδίζουν πὼς οἱ γυναῖκες στὴν Ἀρχαῖα Ἀθήνα περνοῦσαν ζάχαρη, κάτι ποὺ προφανῶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ παρερμηνεύῃ περισσότερο τὴν πραγματικότητα (στὸ μέτρο βέβαια εἴμαστε ἱκανοὶ νὰ τὴν γνωρίζουμε). Ὅμως δὲν μποροῦμε νὰ κρύβουμε τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν γνῶσι μὲ πατερναλιστικὲς πρακτικές. Δὲν γίνεται νὰ ἔχουμε ἐπιστήμη ἄν ἡ γνῶσι δὲν εἶναι αὐτοσκοπός.


Πρὸς μία Φιλοσοφία Γλωσσικῆς Προόδου

῏Ηρθε ἡ ὥρα νὰ γενικεύσουμε τὴν συζήτησι προσπαθῶντας νὰ ἀπαντήσουμε στὴν ἐρώτησι: πῶς πρέπει νὰ προοδεύει μία γλῶσσα στὸ ἐπίπεδο τῶν ἐννοιῶν; Ὅπως ἀνέφερα καὶ στὴν ἀρχὴ τοῦ ἄρθρου, ἡ ἀνάγκη γιὰ τέτοια πρόοδο ἀνακύπτει ὅταν ἐμφανίζωνται (φαινομενικὰ τοὐλάχιστον) νέες ἔννοιες. Τότε χρειαζόμαστε νέους ὅρους – νέα σημαίνοντα δηλαδή – γιὰ νὰ ἐκφράζουμε αὐτὰ τὰ νέα σημαινόμενα. Ἰσχυρίζομαι λοιπὸν πὼς ὑπάρχουν 6 τρόποι γιὰ νὰ γίνῃ αὐτό:

  1. Ἡ ἔννοια ὑπῆρχε στὸ παρελθόν καὶ ὑπῆρχε καὶ ὅρος ποὺ τὴν ἐκφράζει. Σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωσι, ἁπλῶς ἐπαναφέρουμε τὸν ὅρο. Παράδειγμα: πολίτιδα
  2. Ἡ ἔννοια εἴτε δὲν ὑπῆρχε στὸ παρελθόν, εἴτε ὑπῆρχε ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε λέξι ποὺ νὰ τὴν ἐκφράζει. Σὲ αὐτὴν τὴν περίπτωσι, οἱ ἐναπομείνασες ἐπιλογὲς εἶναι:
    1. Ἐφευρίσκουμε καὶ εἰσάγουμε ἕναν νέο ὅρο. Παραδείγματα: ἑτεροντροπή, νεοφυὴς ἐπιχείρησι.
    2. Ἑπαναπροσδιορίζουμε ἕναν ὑπάρχοντα ὅρο. Παράδειγμα: αὐτοκρατορία
    3. Ἀφομοιώνουμε τὸν καλύτερο πιθανὸ ξένο ὅρο. Παράδειγμα: κάβος
    4. Ἀφομοιώνουμε ἕναν τυχαῖο ξένον ὅρο.
    5. Εἰσάγουμε ἀκατέργαστο ἕναν τυχαῖο ξένον ὅρο.

Αὐτὲς οἱ ἕξι ἐπιλογὲς συνοδεύονται ἀπὸ κάποιους ἐπιπλέον ἰσχυρισμούς. Πρῶτον, οἱ ἐπιλογὲς ΙΙ.δʹ καὶ ΙΙ.εʹ δὲν εἶναι ἀποδεκτές. Δεύτερον, δὲν εἶναι ποτὲ ἀπαραίτητο νὰ καταφύγουμε στὶς ἐπιλογὲς ΙΙ.δʹ καὶ ΙΙ.εʹ, τὸ ὁποῖο εἶναι προφανὲς διότι στὴν χειροτέρα περίπτωσι μποροῦμε νὰ ἐφεύρουμε μιὰ ὁποιαδήποτε λέξι. Τέλος, οἱ τέσσερις ἀποδεκτὲς ἐπιλογὲς βρίσκονται σὲ μία ἱεραρχία, καὶ συγκεκριμένα: Ι > ΙΙ.αʹ > ΙΙ.βʹ > ΙΙ.γʹ. Γιὰ παράδειγμα, θὰ πρέπῃ νὰ καταφύγουμε στὴν ἐπιλογὴ ΙΙ.βʹ μόνο ἐφ’ ὅσον ἔχουμε ἐξαντλήσει καὶ ἔχουμε ἀποτύχει νὰ ἐφαρμόσουμε τὶς ἐπιλογὲς Ι καὶ ΙΙ.αʹ. Τώρα, θὰ προχωρήσω σὲ μία ἐπιχειρηματολογία ὑπὲρ αὐτῶν τῶν ἰσχυρισμῶν.

Ἀρχικά, τὰ Ἑλληνικὰ εἶναι μία ἰδιάζουσα περίπτωσι, καὶ ἰδιαιτέρως δύσκολη ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀφομοίωσι ξένων λέξεων. Τὸ πρόβλημα ἔγκειται στὸ ὅτι εἶναι μία γλῶσσα ἡ ὁποία εἶναι οὐσιαστικὰ μόνη της στὸ δένδρο τῶν γλωσσῶν (ὅπως π.χ. καὶ τὰ Ἀλβανικά). Ἔτσι ὅταν προσθέτουμε ξένες λέξεις, ἀναπόφευκτα συνήθως δημιουργεῖται μία δυσαρμονία.

Γιὰ νὰ καταλάβουμε τὴν διαφορὰ μὲ ἄλλες γλῶσσες, μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε πὼς εἶναι πιὸ εὔκολο π.χ. γιὰ τὰ Ἀγγλικὰ νὰ ἀφομοιώσουν μία γαλλικὴ λέξι ἀπὸ ὅτι νὰ τὸ κάνουν τὰ Ἑλληνικά. Ἀκριβῶς ἐπειδὴ τὰ Γαλλικὰ καὶ τὰ Ἀγγλικὰ ἀνήκουν ἐν μέρει στὴν ἴδια οἰκογένεια – ἀπὸ τὴν μεριὰ τῶν Λατινικῶν – ἡ ἀνταλλαγὴ μπορεῖ νὰ γίνῃ σχετικὰ ὁμαλά. Ἡ ἀντίθετη κατεύθυνσι (Ἀγγλικά → Γαλλικά) εἶναι κάποιες φορὲς λίγο πιὸ δύστροπη διότι τὰ Ἀγγλικὰ προέρχονται περίπου κατὰ τὸ ἥμισυ ἀπὸ τὴν Γερμανική (Germanic) οἰκογένεια, καὶ ἄρα ἄν «πετάξουμε» στὰ Γαλλικά ἔτσι ἀπερίσκεπτα Ἀγγλικὲς λέξεις ποὺ ἀκούγονται ὑπερβολικὰ γερμανικές (π.χ. «lighthouse»), τότε μπορεῖ νὰ εἶναι παράταιρες.

Ἐπειδὴ ὅμως τὰ Ἑλληνικὰ εἶναι μόνα τους στὸ δέντρο τῶν γλωσσῶν, ἡ εἰσαγωγὴ νέων λέξεων εἶναι πάντα ἀνώμαλη. Αὐτὸ ἐξηγεῖ πολλὰ κομμάτια τῆς ἱεραρχίας. Πρῶτον, ἐξηγεῖ γιατί οἱ ἐπιλογὲς Ι, ΙΙ.αʹ, ΙΙ.βʹ εἶναι πάνω ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες: ἐπειδὴ δὲν φέρνουμε ξένο σῶμα ἀπὸ ἄλλο κλαδὶ τοῦ γλωσσικοῦ δέντρου. Ἐπίσης, ἐξηγεῖ γιατί οἱ ἐπιλογὲς ΙΙ.δʹ καὶ ΙΙ.εʹ δὲν εἶναι ἀποδεκτές. Ἄν πρέπῃ νὰ εἰσάγουμε ξένον ὅρο, ἄς τὸ κάνουμε φρόνιμα καὶ ὄχι τυχαῖα. Κάποιος βέβαια μπορεῖ νὰ ἀναρωτηθῇ: γιατί νὰ πρέπῃ νὰ εἰσάγουμε ξένο ὅρο; Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχῃ ἡ ἐπιλογὴ ΙΙ.αʹ, τότε πάντα μποροῦμε νὰ ἐφεύρουμε ἕναν νέο ὅρο. Πράγματι, θεωρητικὰ ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ ἐπιλογὴ ΙΙ.αʹ, τότε ὅλες οἱ ὑπόλοιπες περιττεύουν. Ὡστόσο στὴν πρᾶξι, πολλὲς φορὲς δὲν καταφέρνουμε νὰ ἐφεύρουμε ὅρους ποὺ εἶναι εὔλογοι ἢ εὔηχοι καὶ γενικὰ ποὺ ἔχουν κάποια αἰσθητικὴ καὶ κάποια πιθανότητα νὰ βροῦν ἀντίκρυσμα στὸν κόσμο. Γιὰ παράδειγμα, πῶς νὰ κατηγορήσῃς τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν υἱοθέτησαν τὸν ὅρο «ἀμφίψωμο» (σάντουιτς). Δεδομένου δὲ πὼς εἶμαι πολέμιος τῆς ἐξουσίας γενικὰ ἀλλὰ εἰδικὰ στὰ ζητήματα τῆς γλώσσας, δὲν προτείνω ἐπ’ οὐδενὶ νὰ ἐπιβάλλουμε ἀλλαγές. Ἐν ἑνὶ λόγῳ, προτείνω μία προσωπικὴ φιλοσοφία, ἡ ὁποῖα ὑποστηρίζω νὰ γίνῃ γενικὴ μόνο δημοκρατικά.

Ἀντίστοιχα, αὐτὲς οἱ πρακτικὲς ἀνησυχίες μᾶς ἐξηγοῦν καὶ γιατί ἡ ἐπιλογὴ Ι εἶναι ἡ προτιμοτέρα ὅλων: γιατὶ ὅταν κάτι ὑπῆρχε παλαιότερα στὴν γλῶσσα, κατὰ μέσο ὅρο δὲν θὰ εἶναι σήμερα ξένο ἢ περίεργο σὰν τὸ «ἀμφίψωμο» (τὸ ὁποῖο ἀκούγεται σὰν κάποιος νὰ πιέστηκε πολύ). Ἄς ποῦμε, ἐγὼ δὲν βλέπω κάτι κακὸ μὲ τὸ «πολίτιδα». Μοῦ ἀκούγεται μάλιστα ἐκλεπτυσμένο καὶ κομψό. Σὴν τοῖς ἄλλοις, ἡ ἐπιλογὴ Ι μᾶς φέρνει σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴν ἱστορία μας, κάτι διόλου εὐκαταφρόνητο ὅπως συζητήσαμε πρίν!

Αὐτὸ ὅμως κάνει καὶ ἡ ἐπιλογὴ ΙΙ.βʹ. Ἄρα γιατὶ δὲν εἶναι στὸ ἴδιο ἐπίπεδο μὲ τὴν Ι; Διότι κατὰ τὴν γνώμη μου προκαλεῖ ἱστορικὴ σύγχυσι, καὶ γι’ αὐτὸ εἶναι κάτω καὶ ἀπὸ τὴν ΙΙ.αʹ. Ἄν ἑπαναπροσδιορίσουμε στὸ παρὸν ἕναν ὅρο ποὺ χρησιμοποιεῖτο στὸ παρελθόν, τότε θὰ προκαλέσουμε διπλὸ πρόβλημα. Πρῶτον, ὅταν διαβάζουμε τὰ παλιὰ κείμενα, δὲν θὰ ξέρουμε ἄν χρησιμοποιοῦν τὴν τωρινὴ ἔννοια ἢ τὴν τοτινή. Παρομοίως, τὸ ἴδιο πρόβλημα θὰ ὑπάρχῃ ὅταν συνδιαλεγόμαστε στὸ σήμερα. Ἄρα, καλὸ εἶναι νὰ μὴν ἀναμοχλεύουμε τὸ παρελθόν ἄτακτα καὶ ἀπερίσκεπτα. Αὐτὸ ἰσχύει διπλὰ γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες τῶν ὁποῖων ἡ παρελθοντολαγνεία εἶναι ἴσως τὸ ἐθνικὸ σύμπλεγμα. Ὅπως καὶ νὰ ἔχῃ, δὲν εἶναι ὅλες οἱ περιπτώσεις τῆς ἐπιλογῆς ΙΙ.βʹ ἴδιες. Σὲ πολλὲς περιπτώσεις, ὁ ἑπαναπροσδιορισμὸς συμβαίνει ὀργανικά, κυρίως διότι ἡ παλιὰ ἔννοια σταδιακά ἐκλίπει καὶ τὴν θέσι της – ὑπὸ τὸν ἴδιο ὅρο – παίρνει κάποια ἄλλη. Αὐτὸ δὲν λύνει τὸ πρόβλημα τῆς ἀνάγνωσης παλιῶν κειμένων ποὺ ἀναφέραμε πιὸ πάνω, ὅμως λύνει τὸ δεύτερο πρόβλημα: στὸ σήμερα ξέρουμε τί σημαίνει.

Μία ἐνδιαφέρουσα περίπτωσι συνεχοῦς ἑπαναπροσδιορισμοῦ στὴν γλῶσσα μας εἶναι ἡ λέξι «αὐτοκρατορία». Ὁ Ἑλληνο-Αμερικανὸς ἱστορικὸς καὶ Βυζαντινολόγος Ἀντώνης Καλδέλλης, ὁ ὁποῖος εἶναι καθηγητὴς στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Σικάγο, μᾶς ἐξηγεῖ κάποιες ἀλλαγὲς τοῦ ὅρου ἀνὰ τὰ χρόνια. Ὁ οἰκοδεσπότης τὸν ρωτάει «ἄρα οὔτε αὐτοκρατορία λεγότανε», ἀναφερόμενος σὲ αὐτὸ ποὺ ἐμεῖς ὀνομάζουμε σήμερα «Βυζάντιο» ἢ τώρα πιά – μέσῳ καὶ τῆς συνεισφορᾶς τοῦ κ. Καλδέλλη – «Νέα Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία». Ὁ κ. Καλδέλλης ἀπαντᾶ ὡς ἐξῆς:

Ὄχι. Το «αυτοκρατορία», ὡς ἑλληνικὴ λέξι σήμερα, εἶναι προσπάθεια ἀπόδοσης τοῦ ἀγγλογαλλικοῦ «empire».5 Καὶ τὸ ἀγγλογαλλικὸ «empire» σημαίνει κάτι ἄλλο ἀπὸ ὅτι στὰ «Bυζαντινά» Ἑλληνικὰ τὸ «πολιτεία» ἢ τὸ «ἀρχή» ἢ τὸ «κράτος». Δὲν ὑπάρχει ἀντίστοιχο [τοῦ «empire» στὰ Βυζαντινὰ Ἑλληνικά]. «Αὐτοκρατορία» στὰ Βυζαντινὰ Ἑλληνικὰ σημαίνει κάτι ἄλλο [καὶ] ἡ σημασία του ἀλλάζει στοὺς 12 αἰῶνες. Ἄς ποῦμε μία σημασία ποὺ ἔχει ὁ ὅρος εἶναι ὅταν ἕνας [ποὺ θὰ τὸν ὀνομάζαμε σήμερα «αὐτοκράτορα»], δηλαδή βασιλεῦς, εἶναι μόνος του στὴν ἐξουσία, δὲν ἔχει συμβασιλεῖς.

Δὲν σημαίνει empire, δηλαδὴ κράτος ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὶς κατακτήσεις ἑνὸς λαοῦ πάνω σὲ ἄλλους, ἢ τὸ γερμανικὸ ἂς ποῦμε ὁμοσπονδιακὸ μοντέλο τῆς αὐτοκρατορίας τοῦ Reich. [Τὸ τελευταῖο σημαίνει] ὅτι εἶσαι αὐτοκράτορας [κάποιων ἐδαφῶν] καὶ μπορεῖ νὰ μὴν διοικῇς τὰ ἐδάφη αὐτὰ γιατὶ τὸ μεσαιωνικὸ γερμανικὸ κράτος εἶχε πολὺ χαλαρὰ συστήματα ἐξουσίας. Ἦταν βασικὰ ἐσωτερικὴ διπλωματία.

Λίγο παρακάτω διευκρινίζει:

— Ἡ Ρωμανία δὲν ἔχει καμία ἀπολύτως σχέσι μὲ αὐτά. Καμία.
— Οὔτε μὲ τὴν φεουδαρχία δηλαδή;
— Καμία. Ὁπότε ἐμεῖς ὅταν λέμε «αὐτοκρατορία» σήμερα, προσπαθοῦμε νὰ ἀποδώσουμε τὸ ἀγγλογαλλικό «empire». Ἄν ταιριάζῃ ὅμως αὐτὸ τὸ μοντέλο ἢ ὄχι εἶναι πρὸς ἐξέτασι γιατὶ δὲν ἀντιστοιχεῖ σὲ δικούς τους ὅρους.

Ὁπότε, ὁ ὅρος «αὐτοκρατορία» εἶναι ἱστορικὰ πολύσημος. Ὅμως σὲ κάθε δεδομένη χρονικὴ στιγμὴ τῆς ἱστορίας (μας), ὅπως συμβαίνει καὶ τώρα, ὁ κόσμος ἤξερε καὶ ξέρει τί σημαίνει. Ὅταν κάποιος χρησιμοποιεῖ τὴν λέξι «αὐτοκρατορία» σὲ μία τυχαία συζήτησι σήμερα, σχεδὸν κανένας – οὔτε οἱ Βυζαντινολόγοι – δὲν ἀναρωτιέται «τώρα αὐτὸς ἐννοεῖ “empire” ἢ “ὁ βασιλεύς ποὺ δὲν ἔχει συμβασιλεῖς”;».


Ἀφομοίωσι Ξένων Λέξεων

Ὑποθέτοντας λοιπόν πὼς ἔχουμε ἐξαντλήσει τὶς ἐπιλογὲς ἐντὸς τῶν Ἑλληνικῶν, ἄς μεταβοῦμε στὴν ἐπιλογὴ ΙΙ.γʹ, ὅπου χρειάζεται νὰ ἀφομοιώσουμε μία ξένη λέξι. Ἀλλὰ πρὶν φτάσουμε ἐκεῖ, καλὸ εἶναι νὰ ἀναρωτηθοῦμε: γιατί μπορεῖ νὰ φτάσουμε ἐκεῖ; Ἄλλωστε ἐγὼ εἶμαι ὀπαδὸς τῆς ἀποφυγῆς ξενοφέρτων λέξεων στὸν ἑλληνικὸ λόγο. Νομίζω θὰ μᾶς βοηθήσῃ νὰ ἀναλογισθοῦμε κάποιο παράδειγμα, καὶ ἐπέλεξα τὴν ἔννοια πίσω ἀπὸ τὴν λέξι «φλέρτ». Διευκρινίζω πὼς δὲν ξέρω ἄν πράγματι ἡ ἐπιλογὴ ΙΙ.γʹ εἶναι ἡ μόνη εὔλογη γιὰ αὐτὴν τὴν ἔννοια. Θὰ ὑποστηρίξω πὼς οἱ ΙΙ.βʹ σίγουρα δὲν φαίνεται ἰδιαιτέρως ἐφικτή, καὶ ψάχνοντας ἀρκετὰ τὴν Ι δὲν βρῆκα καλὴ λύσι. Ὅμως καὶ ἡ ἐπιλογὴ Ι μένει ἀνοιχτεῖ, ἀλλὰ πρωτίστως ἡ ἐπιλογὴ ΙΙ.αʹ.

Κρατῶντας αὐτὰ τὰ ἐρωτηματικὰ στὸ πίσω μέρος τοῦ μυαλοῦ μας, ἂς ξεκινήσουμε μὲ τὴν ἔννοια ποὺ πραγματευόμαστε καὶ ποὺ ἐλλείπεται ἡ γλῶσσα μας. Αὐτὴ ἀναφέρεται ἀπὸ τὴν λέξι «φλερτ», τῆς ὁποίας ἡ σημασία εἶναι: ἡ (πιθανῶς ἄδηλη) ἐκδήλωσι ἐρωτικοῦ ἐνδιαφέροντος. Ὅπως ἀνέφερα, φοβᾶμαι πὼς δὲν ὑπάρχει λέξι ἑλληνικῆς προέλευσης ποὺ νὰ ἐκφράζῃ τὴν ἔννοια τοῦ «φλερτ». Σημασιολογικά, εἶναι κοντινὴ ἡ λέξι «κόρτε», ἡ ὁποία ὅμως ἐπίσης δὲν εἶναι ἑλληνικῆς προέλευσης. Μία σχεδὸν συνώνυμη εἶναι ἡ λέξι «ἐρωτοτροπία», ὅμως τὸ πρόβλημα εἶναι πὼς ἔχει δύο σημασίες: (α) τὴν ἔννοια τοῦ φλὲρτ καὶ (β) τὴν ἔννοια τῆς ἐρωτικῆς διάχυσης, κάποιας ἐρωτικῆς πράξης δηλαδή. Οἱ λέξεις «ἐρωτοτροπία» καὶ «ἐρωτοτροπεῖν» εἶναι οἱ πιὸ συγγενικὲς λέξεις στὰ Ἀρχαῖα Ἑλληνικά, ὅμως τὶς συναντοῦμε σπάνια καὶ κυρίως στὰ μεταγενέστερα κείμενα (Βυζάντιο κλπ.). Ὁ λόγος φαίνεται νὰ εἶναι πὼς ἡ ἔννοια τοῦ «φλέρτ» εἶναι πρόσφατη. Περιέχει ἕνα ἐπίπεδο ἀφαίρεσης, ἀφοῦ περικλείει ὅλες τὶς πιθανὲς ἐκδηλώσεις ἐρωτικοῦ ἐνδιαφέροντος. Οἱ Ἀρχαῖοι ἀντιθέτως ἀνεφέροντο στὴν ἑκάστοτε ἐκδήλωσι: τὸ βλέμμα, τὸ ἄγγιγμα, κλπ. Ἡ ἴδια ἡ ἀγγλικὴ λέξι «flirt» εἶναι ἀρκετὰ πρόσφατη σύμφωνα μὲ τὸ Oxford English Dictionary· ἐμφανίζεται μόλις τὸν 16ο αἰῶνα.

Ἔχοντας ἐντοπίσει μία ἀδυναμία τῆς γλώσσας μας, καὶ μὲ τὴν ὑπὸ ἐξέτασι παραδοχὴ ὅτι ἔχουμε ἐξαντλήσει τὶς ἄλλες ἐπιλογές, ἂς ποῦμε πὼς ἀποφασίζουμε νὰ εἰσάγουμε μία ξένη λέξι.6 Τὸ ἐρώτημα εἶναι: πῶς μποροῦμε νὰ τὸ κάνουμε προοδευτικά; Ἡ βαρύτητα πέφτει στὴν λέξι προοδευτικά, καὶ γι’ αὐτὸ ὅλη ἡ συζήτησι περί προόδου καὶ ἀλλαγῆς εἶναι σχετική. Τὸ διακύβευμα λοιπόν εἶναι ἄν μποροῦμε νὰ εἰσάγουμε ξένες λέξεις στὴν γλῶσσα μας ὥστε τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἀποτελεῖ μία πρόοδο καὶ ὄχι μία ὑποβάθμισι.

Ἐδῶ λοιπὸν εἰπεσέρχεται ἡ σημασία τῆς ἀφομοίωσης. Θεωρῶ σημαντικὸ νὰ μὴν εἰσάγουμε τὶς ξένες λέξεις σὲ ἀκατέργαστη μορφή, διότι ἡ διαδικασία καταλήγει νὰ θυμίζῃ ἕναν ἀπελπισμένο λάτρη τῶν πάζλ, ὁ ὁποῖος πάνω σὲ μία στιγμὴ παραφροσύνης πιέζει ἀπεγνωσμένα ἕνα κομμάτι σὲ μία ἐσοχή, στὴν ὁποία ὅμως δυστυχῶς τὸ κομμάτι δὲν ταιριάζει. Γιὰ νὰ μὴν καταλήξουμε ἐκεῖ λοιπόν, ὑποστηρίζω πὼς θὰ πρέπῃ νὰ ἐπεξεργασθοῦμε πρῶτα τὴν ἐν προκειμένῳ λέξι – νὰ λειάνουμε αὐτὸ τὸ κομμάτι δομικὰ καὶ ἠχητικά ὥστε πραγματικὰ νὰ γίνῃ μέρος τοῦ πάζλ. Δὲν θέλουμε στὸ τέλος ἡ γλῶσσα νὰ φαίνεται σὰν ἕνα μωσαϊκό, ἀλλὰ σὰν ἕνα κρᾶμα. Ἐν ὀλίγοις, ἡ γλῶσσα εἶναι νομίζω καλαίσθητη ὅταν μοιάζῃ μὲ ἕνα συνεκτικό ὅλον, ὅταν ἔχῃ νὰ ἐπιδείξῃ κάτι συνεχὲς καὶ συμπαγές. Κάποιο ὀνομάζουν αὐτὴν τὴν διαδικασία «ἑλληνικοποίησι», ἀλλὰ ἐγὼ τὴν ὀνομάζω ἀφομοίωσι, διότι ἐκεῖ βρίσκω τὴν ρίζα τοῦ ζητουμένου. Περὶ τίνος πρόκειται ὅμως;

Γιὰ νὰ τὸ κατανοήσουμε, ἄς δοῦμε ἕνα παράδειγμα. Μιᾶς καὶ ὁ κ. Μπαμπινιώτης εἶναι καὶ ἐκεῖνος ὀπαδὸς τῆς ἀφομοίωσης, θὰ χρησιμοποιήσω ἕνα δικό του παράδειγμα. Ὁ κ. Μπαμπινιώτης λοιπὸν ὑποστηρίζει πὼς τὸ νὰ λέῃ κανεὶς «γκαράζι» ἀντὶ γιὰ «γκαράζ» δὲν εἶναι λάθος. Κάθε ἄλλο μάλιστα! Δείχνει πὼς ἀντὶ νὰ πάρουμε τὴν λέξι καὶ νὰ τὴν «πετάξουμε» ξερὰ στὴν γλῶσσα μας, τὴν ἀφομοιώνουμε ἀλλάζοντάς την ἐλαφρῶς ὥστε νὰ πάρῃ μία δομὴ καὶ ἠχόχρωμα ποὺ ταιριάζει στὶς γλωσσικὲς συμβάσεις τῶν Ἑλληνικῶν. Ἀφοῦ λοιπὸν στὴν γλῶσσα μας τὰ οὐσιαστικὰ σὲ οὐδέτερο γένος γενικῶς δὲν τελειώνουν σέ «ζ», καὶ ἐπειδὴ συνήθως τελειώνουν σέ «ι», τὸ νὰ «κοτσάρουμε» ἕνα «ι» στὸ τέλος εἶναι φυσικὸ, κάτι ποὺ καθίσταται προφανὲς ἄν σκεφτοῦμε πὼς πολλοὶ ἑλληνόφωνες τὸ κάνουν αὐθόρμητα χωρὶς νὰ προβοῦν σὲ τέτοια ἐνδελεχῆ ἀνάλυσι.7 Αὐτὴ ἡ πρᾶξι λοιπὸν κάνει τὴν λέξι νὰ μὴν δίνῃ τὴν ἐντύπωσι ἑνὸς ξένου σώματος. Ἔτσι, ὅπως εἴπαμε, ἡ γλῶσσα διατηρεῖ τὸν χαρακτῆρα της καὶ δὲν γίνεται ἕνα μεῖγμα ἀπὸ ἑτερόκλητα, ἀταίριαστα στοιχεῖα.8 Ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔννοια, ἡ λέξι «γκαράζι» εἶναι σίγουρα προτιμοτέρα ἀπὸ ἐκφράσεις ὅπως τὸ «κάνω establish».

Κάποιος μπορεῖ νὰ ἀντιτείνῃ πὼς ἀλλάζοντας τὴν λέξι δὲν σεβόμαστε τὴν ἀρχικὴ γλῶσσα, ἀλλὰ δὲν νομίζω πὼς αὐτὸ ἰσχύει. Κατ’ ἀρχάς, ἂν μὴ τί ἄλλο, ὅταν εἰσάγουμε λέξεις μιᾶς γλώσσας σὲ μία ἄλλη, αὐτὴ ἡ πρᾶξι ἀπὸ μόνη της εἶναι δεῖγμα σεβασμοῦ πρὸς τὴν γλῶσσα προέλευσης. Δεύτερον, αὐτὴ ἡ διαδικασία δὲν ἀλλάζει κάτι στὴν γλῶσσα προέλευσης. Δηλαδὴ ὅταν εἰσάγουμε ἀγγλικὲς λέξεις στὰ Ἑλληνικά, δὲν ἀλλοιώνουμε κάπως τὰ Ἀγγλικά. Τέλος, νομίζω εἶναι καθῆκον τῶν χρηστῶν μίας γλώσσας νὰ διατηροῦν τὴν ποιότητά της καὶ τὴν αἰσθητική της. Ἀς ἀναλογισθοῦμε πὼς θὰ ἦτο παράλογο νὰ ἀπαιτοῦμε ἀπὸ τοὺς ἀγγλόφωνες νὰ γράφουν καὶ νὰ λένε «ἔμφασις» ἀντὶ γιὰ «emphasis». Ἄλλωστε οἱ ἀγγλόφωνες λένε «πο-λι-τέ-ι-α» ἢ «χούψιλον» καὶ ὄχι «πολιτεία» ἢ «ὕψιλον» διότι μένουν πιστοὶ στὸ ἠχητικὸ ἀποτύπωμα τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν, ὅπως αὐτὸ ἐμφανίζετο στὰ ἀρχαῖα χρόνια. Ἂς σκεφτοῦμε τὴν βαρύτητα αὐτῆς τῆς διαπίστωσης: μένουν πιστοὶ στὰ Ἀρχαῖα Ἑλληνικὰ οἱ μὴ ἑλληνόφωνες καὶ ὄχι οἱ ὑποτιθέμενοι κληρονόμοι. Πόσα ἀκόμη νὰ ζητήσουμε;

Ὡστόσο, ἡ διαδικασία ἀφομοίωσης ἢ ἑλληνικοποίησης δὲν εἶναι πανάκεια, καὶ ὑπάρχουν ἀρκετὲς κατηγορίες ὑποψηφίων ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ σώσῃ. Γιὰ παράδειγμα, σὲ προηγούμενο ἄρθρο ἔκανα μία νύξη στὰ phrasal verbs. Τὰ phrasal verbs λοιπὸν εἶναι μία ἰδιαιτέρα γραμματικὴ κατηγορία τὴν ὁποία δὲν ἔχουν τὰ Ἑλληνικά. Ἄρα, δὲν ξέρω ἄν μποροῦμε ποτὲ πραγματικὰ νὰ ἀφομοιώσουμε ἕνα phrasal verb. Εὐτυχῶς δὲν ἔχω παρατηρήσει κάποιον νὰ τὸ προσπαθῇ. Μετὰ ἔχουμε λέξεις ὅπως τὸ «φλέρτ», τὶς ὁποῖες δὲν θεωρῶ ἰδανικὲς ἐπιλογὲς ἄν προχωρήσουμε στὴν ἐπιλογὴ ΙΙ.γʹ διότι π.χ. στὴν συγκεκριμένη περίπτωσι, τὰ Ἑλληνικὰ δὲν ἔχουν λέξεις ποὺ τελειώνουν «τ». Ἄρα, ἠχεῖ ξένο στὸν προφορικὸ λόγο καὶ φαίνεται ἀντιστοίχως ξένο στὸν γραπτό.

Μετὰ ἔχουμε φυσικὰ ὅλα τὰ ρήματα σὲ -άρω: φλερτάρω, φλεξάρω, σκρολάρω, κοτσάρω, παρκάρω κλπ. Ἐννοεῖται ὅτι ὅπως ἀναλύσαμε σὲ προηγούμενο ἄρθρο, πολλὲς ἀπὸ αὐτὲς τὶς λέξεις δὲν τὶς χρειαζόμαστε διότι πολὺ ἁπλὰ ὑπάρχουν ἤδη ἀντίστοιχες στὰ Νέα Ἑλληνικά. Ἀλλὰ ἔστω πὼς δὲν ὑπῆρχαν. Αὐτὲς οἱ μορφὲς μοῦ ἀκούγονται βεβιασμένες καὶ σὰν νὰ προέρχονται ἀπὸ γραμμὴ μαζικῆς παραγωγῆς. Αὐτὸ εἶναι φυσικὸ κι ἑπόμενο ἀφοῦ τὸ πρῶτο συνθετικὸ διαφαίνεται κραυγαλέα, εἶναι καταφανῶς μὴ ἑλληνικοῦ χαρακτῆρος π.χ. ἐπειδὴ τελειώνει σε «τ», «λ», ἢ «ξ». Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, οἱ λέξεις «πάρκινγκ», «κόνσεπτ», ἢ «κόντεξτ» ἠχοῦν ἄσχημα καὶ ἐμφανῶς μὴ ἑλληνικά.

Τότε ποιὰ εἶναι κάποια παραδείγματα ἀβίαστης ἐνσωμάτωσης λέξεων; Νομίζω πὼς βρίσκουμε ἀρκετὰ τέτοια παραδείγματα στὰ ἔργα τῶν Καραγάτση καὶ Καββαδία. Χρησιμοποιοῦσαν ἀρκετοὺς ναυτικοὺς ὅρους, πολλοὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἔχουν ἰταλικὲς καταγωγὲς ὅπως καὶ ἀνατολικές, καὶ ἀφομοιώθηκαν σχεδὸν ἀνεπαίσθητα. Γιὰ παράδειγμα, ἡ λέξι «κάβος» προέρχεται ἀπὸ τὴν ἰταλική «cavo». Βάζοντας μονάχα ἕνα «ς», νομίζω ἀναμφιβόλως τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ἀκούγεται καὶ φαίνεται ἑλληνικό. Γιὰ παράδειγμα ἐγὼ ὅταν τὴν πρωτοσυνάντησα, ὑπέθεσα πὼς εἶναι ἑλληνική. Παρομοίως νομίζω ὅτι ἐπιτυχημένα παραδείγματα ἀφομοίωσης ἔχουν νὰ ἐπιδείξουν οἱ λέξεις: ἄροδο, καπόνι, ράδα, κανοκιάλι, ρέλι, μαντώ (τὸ γυναικαῖο παλτό), μισεμός, χάνι, κάσσαρο, ρότα, παπάχα, μακαρᾶς, κόμοδος, ρουμάνι, κάπος, νιτερέσο, λαβομάνος. Κατὰ τὴν γνώμη μου ὅλες συνοδεύονται ἀπὸ ἕνα λαϊκὸ ἠχόχρωμα τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἑλληνικό. Δὲν εἶναι, καὶ γι’ αὐτὸ ἡ ἐπιλογὴ ΙΙ.γʹ βρίσκεται στὴν συγκεκριμένη θέσι τῆς ἱεραρχίες. Ὅμως θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι. Καὶ ἀκριβῶς σὲ αὐτὸ τὸ «θὰ μποροῦσε» ἔγκειται ἡ ἐπιτυχία. Ὁ Ἀντώνης Καφετζόπουλος λέει πὼς ὁ ἠθοποιὸς ἑρμηνεύει ἕναν χαρακτῆρα ἐπιτυχημένα ἄν πείθῃ τὸν θεατὴ πὼς αὐτὸς ὁ χαρακτῆρας θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχῃ, παρ’ ὅλο ποὺ καὶ οἱ δύο ξέρουν ὅτι δὲν ὑπάρχει. Παρομοίως, πιστεύω πὼς μία ἐπιτυχῶς ἀφομοιωμένη λέξι πείθει τὸν ὁμιλητὴ τῶν Ἑλληνικῶν πὼς θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἑλληνική.


Ἄν θέλετε νὰ ἐνημερώνεσθε ὅταν δημοσιεύω καινούργια ἄρθρα, μπορεῖτε νὰ ἀκολουθήσετε τὸ RSS feed μου.


Ὑποσημειώσεις

  1. Ἐδὼ χρησιμοποιῶ τὴν ἔννοια «ἀντιδραστικός» ποὺ εἶναι συνυφασμένη μὲ τὸ ἀγγλικό «reactionary».
  2. Ἄς προσέξουμε πὼς ὁ συντηρητικὸς εἶναι ἀναγκαστικὰ ἀντιπροοδευτικός, ἂν ὁρίσουμε τὸν τελευταῖο ὡς κάποιον ποὺ ἐναντιώνεται κατηγορηματικὰ στὴν πρόοδο, ἀφοῦ ἡ πρόοδος προϋποθέτει ἀλλαγή. Τοῦτ’ ἔστιν, ἄν εἶναι κάποιος συντηρητικός, τότε αὐτὸ συνεπάγεται πὼς εἶναι ἀντιπροοδευτικός. Τὸ ἀντίστροφο ὡστόσο δὲν ἰσχύει. Δηλαδὴ θεωρητικὰ κάποιος μπορεῖ νὰ εἶναι ἀντιπροοδευτικὸς χωρὶς νὰ εἶναι συντηρητικός. Αὐτὸ διότι μὲ βάσι τοὺς ὁρισμούς, ὑπάρχει τὸ περιθώριο νὰ εἶναι ἐνάντια μόνο στὶς ἀλλαγὲς ποὺ συνιστοῦν πρόοδο, ὑποστηρίζοντας ὅμως ἄλλες ἀλλαγὲς ποὺ συνιστοῦν ὑποβάθμισι. Σημειώνουμε ἐπίσης πὼς μὲ βάσι τὸν ὁρισμό, τοῦ ἐπιτρέπεται νὰ ὑποστηρίζῃ μόνο κάποιες καὶ ὄχι ὅλες τὶς ἀλλαγὲς ποὺ συνιστοῦν ὑποβάθμισι.
  3. Σχετικὰ μὲ τὸ τελευταῖο, εἶναι ἐνδιαφέρον πὼς ὁ λαὸς τῶν Meru στὴν Ἀφρικὴ περιέγραψε τοὺς Ἄγγλους ποὺ κατέφθαναν στὴν Ἀφρικὴ ὡς «achunku», ποὺ μεταφράζεται ὡς «κόκκινοι ἄνθρωποι», καθὼς πράγματι πολὺ Λευκοὶ καὶ εἰδικὰ Βρετανοὶ ἔχουν χρῶμα δέρματος ἐλαφρῶς κόκκινο.
  4. Αὐτὸ ὅμως, μὲ βάσι ὅσα ἀναφέραμε δύο ὑποσημειώσεις παραπάνω, δὲν τοὺς ἐντάσσει οὔτε στοὺς συντηρητικοὺς οὔτε ἀναγκαστικὰ στοὺς ἀντιπροοδευτικούς. Τὸ πρῶτο εἶναι εὔκολο: ἐφ’ ὅσον οἱ Προοδευτικοὶ ὑποστηρίζουν κάθε ἀλλαγὴ ἐνῷ οἱ συντηρητικοὶ ἐναντιώνονται σὲ κάθε ἀλλαγή, τότε εἶναι ἀμοιβαίως ἀσύμβατοι. Τὸ δεύτερο συμπέρασμα ἀπαιτεῖ λίγη παραπάνω ἀνάπτυξι. Ἀρχικά, ὁ ἀντιπροοδευτικὸς (σὲ ἀντίθεσι μὲ τὸν συντηρητικό) ἔχει τὸ περιθώριο νὰ ὑποστηρίξῃ ἀλλαγές, ὅμως μόνο μὲ τὴν προϋπόθεσι πὼς ἐκεῖνες συνιστοῦν ὑποβάθμισι. Ἄρα, στὴν περίπτωσι – ἡ ὁποία προφανῶς ἀποτελεῖ ἐξαίρεσι – ὅπου ὅλες οἱ ἀλλαγὲς συνιστοῦν ὑποβάθμισι, οἱ Προοδευτικοὶ καταλήγουν νὰ εἶναι ἀντιπροοδευτικοί. Ὡστόσο αὐτὸ ἰσχύει μόνο σὲ ἐκείνη τὴν περίπτωσι, ἡ ὁποῖα πιστεύω πὼς εἶναι πρακτικὰ ἀπίθανη. Ἐν τούτοις, προφανῶς καὶ ἀποτελεῖ τὴν βάσι τῆς συντηρητικῆς φιλοσοφίας ὅπως αὐτὴ ὁρίστηκε προηγουμένως.
  5. Ὁ ὅρος «empire» προέρχεται ἀπὸ τὸν λατινικὸ ὅρο «imperium».
  6. Στὴν συγκεκριμένη περίπτωσι, ὅπως ἀναφέρω παρακάτω, θεωρῶ κακὴ ἐπιλογὴ τὴν λέξι «φλέρτ», ἄν καὶ τὴν χρησιμοποιῶ κι ἐγὼ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει βρεθῆ καλυτέρα.
  7. Τὸ ἐνδιαφέρον εἶναι πὼς αὐθόρμητα προσθέτουμε ἕνα γράμμα, κάτι ποὺ θεωρητικά αὐξάνει τὸν κόπο.
  8. Στὴν δημοφιλῆ ψυχαγωγία νομίζω πὼς ἡ πιὸ γνωστὴ θιασώτις (εἰσάγω τὴν ἐκδοχὴ μὲ τελικό «ι» γιὰ τὸ θηλυκὸ γένος, ὅπως ὁ Ἀριστοτέλης ἔλεγε «πολίτις») τῆς ἀφομοίωσης εἶναι ἡ κ. Δήμητρα Παπαδοπούλου.